#Alithines_Istories Κοτόπουλο με μπάμιες

«..Σκεφτόμουν ποιοί είναι αυτοί που εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη μνημονιακή πολιτική…»

Διογένης ο σκύλος

Καθ’ όλη τη διάρκεια που πήγαινα στο σούπερ μάρκετ για να επιστρέψω 22 μπουκάλια λεμονάδας ΕΨΑ και 8 μπουκάλια από «Ξινό Νερό» σκεφτόμουν.

Ενόσω ο πιτσιρικάς υπάλληλος υπολόγιζε το ποσό της επιστροφής: 22×0.13=2.86, και 8×0.32=2.56, σύνολο 2.86+2.56=5.42, σκεφτόμουν.

Σκεφτόμουν και όση ώρα επέλεγα τρία μπούτια κοτόπουλο που έκαναν 6.18.

Σκεφτόμουν και την ώρα που η υπάλληλος στο ταμείο υπολόγιζε τα ρέστα μου από το ευρώ που της έδωσα: 6.18 τα μπούτια, μείον 5.42 τα μπουκάλια, ίσον 0.76, ένα ευρώ που της έδωσα, μείον 0.76, ίσον 0.24.

Όσο πήγαινα στο ΑΤΜ δίπλα στο σούπερ μάρκετ να δω το υπόλοιπο του λογαριασμού μου, που ήταν 26 ευρώ και κάτι ψιλά, σκεφτόμουν.

Διαπιστώνοντας πως η μάνα μου δεν μου έβαλε ακόμα τα 700 ευρώ της σύνταξής της, με τα οποία θα περάσω τον Αύγουστό μου, σκεφτόμουν.

Σκεφτόμουν κι όσο μίλαγα στον εαυτό μου: «350 είναι το νοίκι μου, και έχω δύο λογαριασμούς ΔΕΗ απλήρωτους, και δύο μήνες κοινόχρηστα, και νερό απλήρωτο εδώ και οχτώ μήνες, χρωστάω και κάμποσα στην εφορία, γιατί ο ετήσιος μισθός μου ήταν κάτω από το ετήσιο νοίκι μου, και το νοίκι μου θεωρήθηκε τεκμήριο. Πού μυαλό να κάνω το διδακτορικό μου; Ποιός χέστηκε για την ιστορία και τη φιλοσοφία των μαθηματικών; Ποιός χέστηκε για το αν τα μαθηματικά είναι μια κοινωνική κατασκευή και όχι υπερβατικές αλήθειες; Ποιός χέστηκε για την σύνδεση που θέλω να κάνω με τη «Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας» και τα αξιωματικά συστήματα των μαθηματικών;

Σκεφτόμουν παράλληλα, ακόμα και όταν αναλογιζόμουν τον λόγο για τον οποίο, τώρα στα σαράντα-κάτι μου, το φροντιστήριο στο οποίο δούλευα προτίμησε έναν πιτσιρικά μαθηματικό, παρ’ όλο που δεν τον θέλουν τα λιγοστά παιδιά που εξακολουθούν να πηγαίνουν στα μαθήματα και ζητάνε εμένα, επειδή ο πιτσιρικάς μαθηματικός μπήκε συνέταιρος και, προς το παρόν, δεν πληρώνεται.

Σκεφτόμουν, κι όταν θυμόμουν, με μια ανάμνηση οργής για συναίσθημα-καρικατούρα, πως από το φροντιστήριο μου έφαγαν τα ένσημα, και πως, κατά συνέπεια, δεν δικαιούμαι ταμείο ανεργίας φέτος.

Σκεφτόμουν ποιοί είναι αυτοί που εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη μνημονιακή πολιτική.

Σκεφτόμουν ποιοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα αυτόν τον νεοφιλελεύθερο μονόδρομο του «There is no alternative» της  Thatcher.

Σκεφτόμουν ποιοί είναι αυτοί που θεωρούν πως φταίνε οι καθηγητές, φταίνε οι νοσηλευτές, φταίνε οι εργαζόμενοι στο μετρό, φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι, φταίνε οι πολίτες.

Σκεφτόμουν, στο δρόμο για τον φούρνο, ποιοί είναι αυτοί που συμφωνούν με το κλείσιμο των σχολείων, την απόλυση των φυλάκων των σχολικών κτηρίων, την απόλυση καθηγητών, το κλείσιμο των τεχνικών λυκείων, το κλείσιμο πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ, το κλείσιμο νοσοκομείων, τη μείωση μισθών, τη μείωση συντάξεων.

Την ώρα που έπαιρνα τα 30 λεπτά ρέστα από την ευγενική κοπέλα που μου έκοψε, από ένα δίκιλο καρβέλι, μισό κιλό ψωμί με προζύμι, μου ήρθε: «Ρε μαλάκα», είπα στον εαυτό μου, «δεν κλείνουν τα σχολεία. Κλείνουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια στα οποία θα πήγαιναν τα παιδιά σου, αν είχες. Τα δικά τους παιδιά θα πάνε σε ιδιωτικά σχολεία και σε ιδιωτικά πανεπιστήμια».

Βγήκα από τον φούρνο.

«Ρε μαλάκα», ξανάπα στον εαυτό μου για να το εμπεδώσω, «Δεν κλείνουν τα νοσοκομεία. Κλείνουν τα νοσοκομεία που θα πάει η μάνα σου κι εσύ όταν αρρωστήσετε. Όταν αυτοί αρρωστήσουν θα πάνε σε ιδιωτικά νοσοκομεία».

Περπάτησα προς το σπίτι μου.

«Ρε αρχιμαλάκα», είπα τέλος στον εαυτό μου, «το δικό σου μισθό, και τη σύνταξη της μάνας σου μειώνουν. Τα δικά τους έσοδα παραμένουν, και τα συνταξιοδοτικά τους προγράμματα είναι ασφάλειες ζωής σε ξένες ασφαλιστικές εταιρείες».

Έφτασα σπίτι.

Έπρεπε να καθαρίσω τις μπάμιες. 4 ευρώ το κιλό, από τη λαϊκή στον Νέο Κόσμο. Είχε και με 3 ευρώ, αλλά ήταν μεγάλες, και μου αρέσουν οι μικρές οι μπάμιες. Το καθάρισμα της μπάμιας είναι ζόρικο. Θέλει τεχνική για να αφαιρέσεις το «καπελάκι» τους, χωρίς να τις κόψεις και να βγουν οι «μύξες». Όσο μικρότερες οι μπάμιες, τόσο πιο χρονοβόρο το καθάρισμα.

Έβαλα στο YouTube να παίζει, για πολλοστή φορά, τη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη στην εκπομπή «Παρασκήνιο», της κλειστής πια ΕΡΤ, και ξεκίνησα να καθαρίζω τις μπάμιες.

Όσο καθάριζα τις μπάμιες σκεφτόμουν.

Σκεφτόμουν ποιούς ξέρω προσωπικά που να είναι φραγκάτοι και να υποστηρίζουν τις πολιτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων.

Συνειδητοποίησα πως δεν γνωρίζω προσωπικά πολύ φραγκάτους ανθρώπους. Ίσως να είναι μια σύμπτωση. Ίσως, όμως, με αυτούς τους ανθρώπους να κινούμαστε σε διαφορετικούς χώρους. Για παράδειγμα, δεν θυμάμαι ποιά ήταν η τελευταία φορά που κάποιος φραγκάτος φίλος ήρθε στην καβάτζα μου στη Γαύδο, για να του φτιάξω ρακόμελο, και να συζητήσουμε για τον Wittgenstein, διαφωνώντας για το αν ανήκει ή όχι στην αναλυτική ή στην ηπειρωτική παράδοση. Ούτε θυμάμαι ποιά ήταν η τελευταία φορά που βρέθηκα στο γιότ του φραγκάτου φίλου μου, να κάνουμε την τελευταία γραμμή κόκας, πριν κατέβουμε στα club της Μυκόνου, διαφωνώντας για το αν μοιάζει ή όχι με γκεϊ, τώρα που ξύρισε το στέρνο του και έκοψε το μπλουζάκι Ralf Lauren του για να έχει μεγάλο «βε».

Τελικά, απλώς ζω σε παράλληλους κόσμους με αυτούς τους ανθρώπους.

Παρηγορούμενος πως αξίζουν οι μπάμιες όλον αυτόν τον κόπο, αφού θα γίνουν πολύ νόστιμες και ταιριάζουν απίστευτα με το κοτόπουλο, και ρίχνοντας μια ματιά στη συνέντευξη του Καστοριάδη, που τώρα ονόμαζε «φιλελεύθερες ολιγαρχίες» τις υπάρχουσες σήμερα δημοκρατίες, γύρισα στο καθάρισμα μιας τόσο μικρής μπάμιας, που με έκανε να καταλάβω γιατί οι επαγγελματίες σεφ έχουν βοηθούς.

Ξαναγυρίζοντας στις σκέψεις μου, συνειδητοποίησα πως υπάρχουν κάποιοι τέτοιοι φίλοι. Υπάρχουν κάτι τέτοιοι φίλοι στους οποίους δεν μιλάω πια. Υπάρχουν αυτοί οι κάποιοι πρώην φίλοι που ξαφνικά ανακάλυψαν τις αρετές του νεοφιλελευθερισμού, ή και κάποιοι άλλοι που τις υποστήριζαν από καιρό.

Άρχισα να τους σκέφτομαι ως περιπτώσεις. Αν τους σκεφτώ ως πρόσωπα, θα γίνει κουτσομπολιό.

Περίπτωση πρώτη: Ο γιός του μπάτσου. Ενός τίμιου μπάτσου. Ενός τίμιου αστυνομικού που, όπως όλοι οι έντιμοι αστυνομικοί αυτού του όμορφου κόσμου, μετατέθηκε τόσες φορές, σε όλα τα πιθανά μέρη της νότιας Ελλάδας, που ούτε ο ίδιος θυμόταν τον αριθμό.

Αυτός ο πρώην φίλος παράτησε τη θετική σχολή πανεπιστημίου για να έρθει στην Αθήνα και να σπουδάσει σε μια ιδιωτική σχολή άλλου αντικειμένου.

Δέχτηκε να συνωμοτήσει με άλλους μαθητές και με τον διευθυντή της ιδιωτικής σχολής που φοιτούσε, για να δημιουργήσουν μια τεχνητή ένταση, ώστε να το χρησιμοποιήσει ο διευθυντής ως αφορμή, για να διώξει τρεις μαθητές που δεν του κάνανε τα χατίρια.

Ο εν λόγω πρώην φίλος λειτούργησε ως γλύφτης και χαφιές εν γνώσει του, καθώς μόνο ανόητος δεν είναι, και το σχέδιο πήγε κατ’ ευχήν. Όταν μου είπε τί έγινε, του είπα πως δεν μπορούμε να θεωρούμαστε πια φίλοι, πως δεν θέλω να συνδέεται το όνομά μου με το δικό του, πως κάτι τέτοιοι φορούσαν κουκούλες στην κατοχή, και πως ντροπιάζει τον πατέρα του, που προτίμησε να είναι αστυνομικός, όπως του υπαγόρευε η συνείδησή του, και να τον τρέχουν, αντί να γίνει ένας μπάτσος που «τα παίρνει», που απλώς ακολουθεί εντολές και κάνει τη δουλειά του.

Οι κοινοί μας φίλοι τότε με είπαν σκληρό και υπερβολικό.

Τα χρόνια πέρασαν, ο φίλος παντρεύτηκε, και ήρθε η στιγμή που αυτός ο πρώην φίλος είχε, μαζί με άλλους όμοιους, εκπομπή σε ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι, μεγάλης τηλεθέασης και νεοφιλελεύθερης προσέγγισης. Στην εκπομπή αυτή, παρουσιάζονταν οι πολίτες ως μοναδικοί υπεύθυνοι για την οικονομική κρίση και διακωμωδούνταν ως χρήζοντες ψυχιατρικής βοήθειας.

Αργότερα, σε άλλη παρόμοιου περιεχομένου εκπομπή στο ίδιο κανάλι, ήταν αυτός, κατά πάσα πιθανότητα, ο «εγκέφαλος» πίσω από μια χοντράδα, και καλά χιουμοριστική, που απασχόλησε και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και απολύθηκε.

Ήταν, πιο χοντράνθρωπος ακόμα και για τα γούστα του καναλιού που τον φιλοξενούσε.

Έπρεπε να περάσει μια δεκαετία για να έρθουν οι κοινοί μας φίλοι και να μου πουν «Ρε μαλάκα, δίκιο είχες».

Οι μπάμιες καθαρίστηκαν, και η εκπομπή «Παρασκήνιο» πλησιάζει και αυτή στο τέλος της. Η δημοσιογράφος διαβάζει απόσπασμα από το βιβλίο του Καστοριάδη «Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου»:

«Να σκέφτεσαι σημαίνει να μπαίνεις στον λαβύρινθο. Να χάνεσαι στους διαδρόμους που υπάρχουν επειδή τους σκάβουμε συνέχεια. Να γυρίζεις πίσω στο τέλος ενός αδιεξόδου, που η είσοδός του έχει κλείσει πίσω από τα βήματά μας. Ώσπου τέλος, χωρίς να ξέρουμε πώς, τα μικρά κυκλικά βήματά μας δημιουργούν ποθητά ανοίγματα στον τοίχο».

Η δημοσιογράφος κρατάει για το τέλος την ερώτηση: «Έχετε φανταστεί ποιά θα μπορούσε να είναι η εξέλιξή σας αν δεν είχατε φύγει;», για να εισπράξει την απάντηση του Καστοριάδη που κλείνει και την εκπομπή:

«Κοιτάξτε (γελάει με πίκρα) φοβάμαι ότι αν δεν είχα φύγει (κάνει μια μεγάλη παύση) ασφαλώς δεν θα μπορούσα να είχα κάνει αυτά τα οποία νομίζω ότι μπόρεσα και έκανα φεύγοντας. Δεν θέλω να πω ότι φοβάμαι ότι θα με είχε φάει η Ελλάδα, αλλά περίπου το αίσθημα είναι αυτό».

Περιμένω να ακούσω και το μουσικό σήμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» γιατί μου φέρνει στο μυαλό την εφηβική μου ηλικία, τότε που το έβλεπα ανελλιπώς, πριν περάσω στο Μαθηματικό, μείνω στη φοιτητική εστία, και από θέση απορρίψω την ιδέα να υπάρχει ποτέ τηλεόραση στο σπίτι μου. Απόφαση που τηρώ μέχρι και σήμερα.

Όσο ρίχνω ξύδι και αλάτι στις μπάμιες για να τις αφήσω στον ήλιο στη βεράντα, σκέφτομαι την περίπτωση νούμερο δύο: Ο νούμερο δύο είναι γιος καθηγητών πανεπιστημίου, παλιών αριστερών αστών στη βόρεια Ελλάδα. Ο γιός πέρασε σε ΤΕΙ, πήρε υποτροφία για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, έκανε διδακτορικό στο εξωτερικό με υποτροφία μεγάλης ελληνικής κατασκευαστικής εταιρείας, και στη συνέχεια έδωσε κατατακτήριες και πέρασε στη σχολή που διδάσκουν και οι γονείς του. Κάποτε δήλωνε αριστερός, έβριζε τον Χριστόδουλο και την εκκλησία, καθώς και τους πολιτικούς του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Έλεγε πως η περιοχή που ζει είναι δενδρόφυτη και είναι παλιά ονομαστή συνοικία αστών, και πως πρέπει να υπάρχουν σε επιφυλακή αρκετοί πυροσβέστες, ακόμα και αν φαίνεται πως κάθονται, έτσι ώστε όταν θα υπάρξει φωτιά να σώσουν την ιστορία της πόλης. Υποστήριζε τότε, πως οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι υπεράριθμοι, αλλά τα προβλήματα του δημοσίου οφείλονται στην κακοδιοίκηση των κυβερνώντων.

Όταν ξέσπασε η κρίση, αγόρασε σπίτι στην Αθήνα, παντρεύτηκε, είδε σαν ελπίδα τον Καμίνη, και υποστήριξε, προς μεγάλη μου έκπληξη, πως το δημόσιο είναι υπερτροφικό, πως αφού οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι παραπάνω από όσοι χρειάζονται, τί να γίνει; πρέπει να απολυθούν.

Τσιγαρίζω το κοτόπουλο, αφού κόψω τα μπούτια σε δύο κομμάτια, έτσι ώστε να βγουν 6 μερίδες. Αλάτι, πιπέρι. Κόβω κρεμμύδια και σκόρδα σε λεπτές φέτες και τα ρίχνω να τσιγαριστούν και αυτά μαζί με το κοτόπουλο. Τσιγαρίζω ακόμα, ρίχνοντας και λίγο κάρυ, και το βάζω στην κατσαρόλα.

Το τρίψιμο της ντομάτας μου δίνει χρόνο να σκεφτώ. Οι ντομάτες για σάλτσα κάνουν 0.50 το κιλό, οπότε πήρα 1½ κιλό.  Πολλές ντομάτες, αλλά είναι απαραίτητες για να φτιάξουν μια πολύ ωραία σάλτσα.

Όσο τρίβω τις ντομάτες σκέφτομαι την περίπτωση νούμερο τρία. Ο τρίτος είναι παιδί δεξιού, στελέχους κάποιας επιχείρησης. Ο γιός ΟΝΝΕΔίτης, που σπούδασε πολιτικές επιστήμες, έκανε μεταπτυχιακό στο εξωτερικό, και πέρασε από σχεδόν όλα τα ελληνικά φιλελεύθερα κόμματα. Αρθρογραφεί σε κρυφοφιλελεύθερα μέσα, και υποστηρίζει μια ακραία εκδοχή του φιλελευθερισμού, όπου το κράτος είναι παντελώς απών. Α, ξέχασα, δουλεύει γραμματέας σε υπουργείο του Ελληνικού κράτους. Ναι, ο τύπος ο οποίος υποστηρίζει την κατάργηση του κράτους, πληρώνεται αδρά από το κράτος, και περιέργως δεν έχει κουνηθεί από τη θέση του, παρά τις πολλές αλλαγές κυβερνήσεων.

Η περισσότερη τριμμένη ντομάτα πήγε στην κατσαρόλα με το κοτόπουλο για να βράσει μαζί του. Φυσικά βάζω και λίγη ζάχαρη, «για να μην ξινίσει η ντομάτα», όπως λέει και η μάνα μου, παλιά νοικοκυρά. Εγώ προτιμώ τη μαύρη ζάχαρη. Ρίχνω και αλάτι και το αφήνω να βράσει σε χαμηλή φωτιά, να πάρει «δυό-τρεις βράσεις», που λένε οι νοικοκυρές. Δεν μπορείς να ζητήσεις σε ανθρώπους που η γνώση τους είναι εμπειρική σε τι αντιστοιχούν οι «δυό-τρεις βράσεις». Σε δέκα λεπτά; Σε είκοσι; Μαγειρεύοντας από την εφηβεία μου, δεν μετράω ούτε τις ποσότητες, ούτε τους χρόνους, αλλά μια μαθηματική διαστροφή με κάνει καμιά φορά να πειράζω τη μάνα μου, όταν μας καλεί με τον αδερφό μου στο σπίτι της να φάμε, ρωτώντας επίτηδες πόσα κουταλάκια αλάτι βάζει στο  φαΐ,  για να πάρω την απάντηση «έ, με το μάτι».

Τελευταία περίπτωση που σκέφτομαι είναι αυτή που με πονάει και περισσότερο.

Τώρα θα τηγανίσω λίγο τις μπάμιες. Δεν χωράνε όλες στο τηγάνι, οπότε θα τις τηγανίσω σε δύο δόσεις.

Η τέταρτη περίπτωση είναι ο φίλος που κάναμε μαζί ελεύθερο κάμπινγκ, που τρώγαμε μαζί τα χημικά στις πορείες.

Έχω κρατήσει το λάδι από το τσιγάρισμα του κοτόπουλου, των κρεμμυδιών και των σκόρδων, που έχει αρωματιστεί. Σε αυτό τηγανίζω τις μπάμιες.

Με είχε πάρει τηλέφωνο το πρωί που ξημέρωσε με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου για να κατέβουμε στην πορεία. Είχα πολύ δουλειά. Του είπα θα δω. Αμέσως μετά τον πήρα τηλέφωνο. Δεν άντεχα να μην κατέβω.

Ξεκινάω τον δεύτερο γύρο τηγανίσματος. Οι μπάμιες που έβγαλα μοσχοβολάνε.

Μαζί φάγαμε τα πρώτα ασφυξιογόνα που πρωτοδοκίμασαν τα ΜΑΤ έξω από την Ισραηλινή πρεσβεία, τότε που το Ισραήλ δολοφόνησε τους Τούρκους του «Ένα καράβι για τη Γάζα».

Σπούδασε στο εξωτερικό, αντικείμενο που δεν θα του εξασφάλιζε δουλειά στην Ελλάδα. Μαζί συζητούσαμε, παίζοντας σκάκι, για τη μαλακία που έχουν στο μυαλό τους οι Έλληνες, για την εκμετάλλευση που υφιστάμεθα από τους κυβερνώντες.

Τώρα όλα, μπάμιες, κοτόπουλο, λίγη τριμμένη ντομάτα που είχα κρατήσει, μπαίνουν σε ταψί και μετά στον φούρνο.

Ψήφησε ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2009, έφτιαξε ένα blog όπου υποστήριζε πως οι πολίτες φταίνε για την κρίση, έβλεπε ως λύση τα μνημόνια, ενώ ακολούθησε όλες τις νεοφιλελεύθερες ρητορείες του στυλ «μαζί τα φάγαμε», υπερασπίστηκε τη λογική των δύο άκρων, παντρεύτηκε δημόσιο υπάλληλο, και έκανε παιδί.

Προς το τέλος ψιλοκόβω μισό μάτσο μαϊντανό (0.40 το ματσάκι στη λαϊκή) και το ρίχνω στο ταψί. Ανακατεύω και το αφήνω λίγο ακόμα να ψηθεί.

Αναρωτιόνταν «τί μύγα με τσίμπησε» και συμμετέχω στη γραμματειακή υποστήριξη των συνελεύσεων της πλατείας Συντάγματος, αφού και κατά τα λόγια του Πάγκαλου εκεί συμμετέχουν μόνο «φασίστες, κομμουνιστές και μαλάκες».

Τέλος το βάζω στο γκριλ για να «πάρει λίγο χρώμα».

Είναι λίγο «τσιμπημένο» στο αλάτι, αλλά έτσι μου αρέσει το φαγητό μου: αλμυρό.

diogenisoskilos.blogspot.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.