Σικελιανός Παλαμᾷ : «Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα! «

τοῦ netakias (δια το πολυτονικό Φιλονόη)

Ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ, ἐν μέσῳ Κατοχῆς,

27 Φεβρουαρίου 1943.

Ἀπαγγέλλει ἐπάνω ἀπὸ τὴν σωρὸ τοῦ ποιητῆ, δονῶντας τὴν λαοθάλασσα ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ, μετατρέποντας ἔτσι τὴν κηδεία τοῦ μεγάλου Ποιητῆ, στὴν μεγαλύτερη ἀντικατοχικὴ συγκέντρωση!

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝ ΡΕ(Ν), ΕΝΑΝ ΒΙΕΤΝΑΜΕΖΟ ΓΚΑΙΤΕ, ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟ, ΜΙΑ ΛΟΥΓΚΡΑ ΥΠΕΞ ΚΙ ΕΝΑΝ… ΑΜΕΑ;

Ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα πέθανε! Ὅσοι δῆθεν «ἀνατρίχιασαν» νὰ σκεφθοῦν πρῶτα τὰ  11.000.000 ὁμήρους τῆς Χώρας.

Σεβασμός κερδίζεται, δέν εἶναι ταμπέλα…..

Ἄγγελος Σικελιανός – Παλαμᾶς

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς

σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

***

Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα ! Ἕνα βουνὸ

μὲ δάφνες ἂν ὑψώσουμε ὡς τὸ Πήλιο κι ὡς τὴν Ὄσσα,

κι ἂν τὸ πυργώσουμε ὡς τὸν ἕβδομο οὐρανό,

ποιὸν κλεῖ, τί κι ἂν τὸ πεῖ ἡ δικιά μου γλώσσα;

***

Μὰ ἐσὺ Λαέ, ποὺ τὴ φτωχή σου τὴ μιλιά,

Ἥρωας τὴν πῆρε καὶ τὴν ὕψωσε ὡς τ᾿ ἀστέρια,

μεράσου τώρα τὴ θεϊκὴ φεγγοβολιὰ

τῆς τέλειας δόξας του, ἀνασήκωσ᾿ τον στὰ χέρια

***

γιγάντιο φλάμπουρο κι ἀπάνω ἀπὸ μᾶς

ποὺ τὸν ὑμνοῦμε μὲ καρδιὰ ἀναμμένη,

πὲς μ᾿ ἕνα μόνο ἀνασασμόν: «Ὁ Παλαμᾶς!»,

ν᾿ ἀντιβογκήσει τ᾿ ὄνομά του ἡ οἰκουμένη!

***

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς

σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

***

Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα! Ἕνας λαός,

σηκώνοντας τὰ μάτια του τὴ βλέπει…

κι ἀκέριος φλέγεται ὡς μὲ τ᾿ ἄδυτο ὁ Ναός,

κι ἀπὸ ψηλὰ νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.

***

Τί πάνωθέ μας, ὅπου ὁ ἄρρητος παλμὸς

τῆς αἰωνιότητας, ἀστράφτει αὐτὴν τὴν ὥρα

Ὀρφέας, Ἠράκλειτος, Αἰσχύλος, Σολωμὸς

τὴν ἅγια δέχονται ψυχὴ τὴν τροπαιοφόρα,

***

ποὺ ἀφοῦ τὸ ἔργο της θεμέλιωσε βαθιὰ

στὴ γῆν αὐτὴν μὲ μίαν ἰσόθεη Σκέψη,

τὸν τρισμακάριο τώρα πάει ψηλὰ τὸν Ἴακχο

μὲ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς γιὰ νὰ χορέψει.

***

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βόγκα Παιάνα! Οἱ σημαῖες οἱ φοβερὲς

τῆς Λευτεριᾶς ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

Κ.Π.Καβάφη. Μετά την Ψηφιση των Μέτρων, θα φοβούνται κάποιοι το Γουδί; ΑΣ ΠΡΟΣΕΧΑΝ!

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

[ΠΟΙΗΜΑ] Γ.Σουρή : ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Απόστασε το χέρι μου από το να μουντζώνω
και σάλιο δεν μου έμεινε από το φτύσε φτύσε,
αλλ’ έως τώρα τίποτε μ’ αυτά δεν κατορθώνω,
και σύ, Ευρώπη, μας γελάς και πάντα ίδια είσαι.
Και απορώ, μα το σταυρό, πώς ως αυτή την ώρα
και άλλα δεν μας έστειλες εδώ Θωρακοφόρα.

 

Προθύμως σας εκάμαμεν εκείνο που ζητείτε
και άν δεν μας πιστεύετε, κοπιάσετε να δήτε
ποία ειρήνη κατ’ αυτάς στο κράτος βασιλεύει
και πώς καθένας ήσυχα γλεντά και χουζουρεύει.
Ήλθε το άντε στάτους κβο με τόσας αναπαύσεις
και άρχισαν να γίνονται διορισμοί και παύσεις.

_Λοιπόν, τί άλλο από μας, Ευρώπη, απαιτείς
κι ακόμη από το λαιμό πιασμένους μας κρατείς;
Θέλεις λοιπόν να ζήσωμε χωρίς πολιτικήν
και ως στρατόν να έχωμε την χωροφυλακήν
κι ουδέ ο ρήτωρ Κωνσταντής ν’ ακούγεται παρλάρων
διά το πραξικόπημα εκείνο των Βουλγάρων;

Εσύ, βρε καγκελλάριε των σαχλο-Γερμανών
σύ εναντίον μας κινείς και γην και ουρανόν
εσύ, διαόλου αλεπού, που ψόφος δεν σε πιάνει
εσύ κρατάς κατάκλειστο το κάθε μας λιμάνι,
και όλα τα καράβια σου εις τα νερά μας στέλλεις,
διότι έτσι αγαπάς, διότι έτσι θέλεις.

Εσύ, βρε καγκελλάριε, εσύ, βρε Μαμελούκε,
εσύ, πανευγενέστατε της Δύσεως Τραμπούκε,
παίζεις και πάλι πρόστυχο και βρώμικο παιχνίδι
και του κυρίου Γλάδστωνος του πάει ριπιπίδι
κι αισθάνεται το βάρος σου ο σβέρκος κάθε ράχης…
αλλ’ έστι δίκης οφθαλμός, που κακό ψόφο νάχεις.

Γ.Σουρή 1886

(ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΥΡΗ εκδ.Γιοβάνη Δ’ Τόμος)

* Αναφέρεται στον αποκλεισμό της Ελλάδα από τους Γερμανούς το 1886

δια την αντιγραφήν νετάκιας

[ΠΟΙΗΜΑ] Στον Προδότη.

ᾨδὴ Ἐννάτη. Εἰς τὸν Προδότην

α´.

Ἐγύρισε ταὶς πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ὁ προδότης·
ἀλαμπῆ σέρνει τ᾿ ἅρματα
φαρμακερά, τὸ στῆθος του
ἔγινεν ᾅδης. 5

β´.

Τὸν σταυρὸν καὶ τοὺς Ἕλληνας
ἄφησ᾿ ὀπίσω, ἐξάπλωσεν
ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα του
῾ς τοὺς τούρκους, κ᾿ ἐπροσκύνησε
βάρβαρον νόμον. 10

γ´.

Τὸν συντροφεύει ὁλόμαυρον
μέγα ἐναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ἀκόμα ἀτίνακτον
ἀστροπελέκι ἐπάνω του,
κ᾿ ἄγρυπνος μοῖρα. 15

δ´.

Ὦ Βαρνακιώτη· τρέχεις,
καὶ ὁ κτύπος τῶν ποδῶν σου
ἀντιβομβεῖ, ὡσὰν ῾νἄτρεχες
ἐπὶ τὸν κούφιον θόλον
βαθείας ἀβύσσου. 20

ε´.

Ἂν κοπιασμένος πέσῃς
῾ν ἀναπαυθῆς ῾ς τὰ χόρτα,
ἡ τιμωρὸς συνείδησις
μὲ᾿ σὲ πλαγιάζει ἀλλάζουσα
τὰ χόρτα εἰς δράκοντας. 25

ς´.

Τὸ φῶς ἐσὺ ἀποφεύγεις
τῆς ἡμέρας, φοβούμενος
μήπως τῶν προδομένων
ἀνθρώπων σὲ ξανοίξουσιν
ἡ μακραὶ σπάθαι. 30

ζ´.

Κράζεις τὴν νύκτα, κ᾿ ἔρχεται·
ἀλλὰ εἰς τὸ σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
ἐχθροὺς ἀρματωμένους,
καὶ ὡς ἄφρων μένεις. 35

η´.

Ἂν μαυροφορεμένης
χήρας, ἂν βρέφους θρῆνον
ὀρφανικὸν ἀκούσῃς,
τρέμεις, καὶ τὸ ποτήρι σου
πέφτει σχισμένον. 40

θ´.

Ἂν τῆς χαρᾶς τὸν γέλωτα
ἰδῆς εἰς φιλικὸν
δεῖπνον περιπετώμενον,
ἀπ᾿ ἵδρωτα θανάτου
στάζουν τὰ φρύδια σου. 45

ι´.

Ὤ, ποίαν ζωὴν ἠγόρασες
προδότα Βαρνακιώτη!
καὶ τί ἔλπιζες; τὸ θεῖον
διὰ τοὺς ὁμοίους σου τέτοια
δῶρα ἑτοιμάζει. 50

ια´.

Ἂν ἤθελες χρυσάφι –
πολὺν εἰς τὰς βαρβάρους
ἀγαρηνὰς σκηνάς
μὲ᾿ τὸ σπαθὶ εἰς τὸ χέρι
εὕρισκες πλοῦτον. 55

ιβ´.

Πληγωμένος ἀπ᾿ ὕβριν
Ἑλληνικῶν στομάτων
ἂν ἤθελες ἐκδίκησιν –
ἡ καλλητέρα ἐκδίκησις
εἶναι ἡ συμπάθεια. 60

ιγ´.

Μέγα, λαμπρὸν ἐὰν ἤθελες
ὄνομα, καὶ περνώντας
ἐσὺ κάθε ὀφθαλμὸς
μὲ᾿ θαυμασμὸν ῾νὰ στρέφεται
παρατηρώντας σε. – 65

ιδ´.

Σφαλερὸν δρόμον, ἄθλιε,
ἐδιάλεξας· οἱ Ἕλληνες
ποὺ ἐπρόδωσας θαυμάζονται
ἀπὸ τὴν οἰκουμένην
κ᾿ ἥρωες καλοῦνται. 70

ιε´.

Καὶ καταφρονημένος
Ὁ Βαρνακιώτης ἔγινε. –
γύρευε ἀπὸ τὴν μοῖραν σου
κρυπτὸν ῾νὰ σοῦ χαρίσῃ
τάφον εἰς ὅλους. 75

Ανδρέα Κάλβου

ΩΔΑΙ

[ΠΟΙΗΜΑ] Προσκλητήριο

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ

Δεν κάνω πια πίσω,
Το στρίβω για εμπρός,
Παντού όπου γυρίσω,
Με σπρώχνει ο καιρός.

Ανοίγω τη βρύση,
Και τρέχουν φωτιές,
Με έχουν αντλήσει,
Χιλιάδες φορές,

Δεν έχω άλλο τράτο,
Στο δρόμο θα βγω.
Με πήγαν στον πάτο,
Τους πάω στο γκρεμό!

Δεν θέλω μνημείο,
Του Άγνωστου Έλληνα.
Μονάχος μου έμεινα,
Αρχαίο αγγείο.

Οι δήθεν φωστήρες,
Πηδούν στο κρεβάτι μας.
Θα βγούμε για πάρτη μας,
Και τέρμα οι σωτήρες!

Δε γουστάρω κανένα,
Τα όνειρά μου ένα-ένα,
Αριθμούς τα ΄χουν κάνει,
Με τους τηλεφακούς.

Δε γουστάρω κανένα,
Παρά μόνο Εσένα,
Αναγνώστη που βλέπεις,
Πατριωτάκι που ακούς!

Μονάχα από τους δυο μας, περιμένω,
Με στίχο αγριεμένο,
Που διόρθωσε ο Θεός..
Μονάχα από τους δυο μας περιμένω,

Εγώ είμαι ένα τρένο,
Μα εσύ είσαι ο Σταθμός.
Μονάχα από τους δυο μας περιμένω
Χαλάω την παρτίδα,

Δεν παίζω, εδώ κι εμπρός..
Μονάχα από τους δυο μας, περιμένω,
Εγώ είμαι η Πατρίδα,
Κι Εσύ’ σαι τ’ Άγριο Φως!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.newsbomb.gr/opinions/story/dimitris-iatropoulos-prosklitirio