[ΠΟΙΗΜΑ] Α.Σικελιανού «ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ»

ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ

1. Όχι πια λόγια,

όχι τα μάταια, τα τριμμένα λόγια του Έπους!

2. Με τη λόγχη Σας μόνο

με τη λόγχη Σας και με την ψυχή Σας

με τη λόγχη Σας και με την ψυχή μας,

γυμνές και τις δύο,

ας ορμήσουμε, χέρι με χέρι πιασμένοι

στο υπέρτατο αντρίκειο χορό μας,

για την Έφοδο του Ύψους!

3. Πια κι ο μόνος λόγος που ταίριαζε πρώτα να βγαίνει

απ’ τ’ αδάμαστα στήθια Σας μέσα,

σα φαινότανε αντρίκια ο οχτρός μας:

«αέρα! αέρα!»

πια και τούτος σωπαίνει σε τούτη τη ζώνη, που μόνο,

πιο ψηλά από γκρεμά κι από χιόνια και βράχους,

κάτι νιώθουμε απάνω στη μεγάλη κορφή να θρονιάζει,

κάτι π’ αύριο θε να ‘ναι δικό μας,

δικό μας για πάντα!.

ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ Α.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΜΕΙΨΟΥΜΕ ΠΡΙΝ ΜΑΣ ΠΟΥΛΗΣΟΥΝ !

ΥΓ–. Παπαδήμο, πρόσεχε ποιον εκπροσωπείς, την Τροϊκα ή τους Ελληνες ;

Φοβού τους Έλληνες…..

.

γράφει ο

Στο περιβόλι των Θεών,μπήκαν βαρβαροι πάλι….

Μαύρισε ο ήλιος,κι έπεσε νύκτα βαριά………..

Μύρισε ο τόπος θειάφι και σαπίλα και κίνησαν οι Μηδοι και οι Ουννοι ξανά…………………..

Να πάρουν τις ακτίνες τις ζεστές….να τις θάψουν στη βαβυλώνα των ψυχών τους……….

Μα δε λογάριασε κανείς πως
το φώς ,σπέρνει παιδιά κι ανέμους και φωτιές………..

Και τα παιδιά σηκώθηκαν ορθά,και φύσηξαν οι άνεμοι, κι απλώσανε τις φλόγες…………

Και μια φωνή ακούστηκε βραχνή απ τους αιώνες……….

ΟΧΙ άλλες Θερμοπύλες…..ΟΧΙ άλλο Ζάλογγο……………..ΟΧΙ άλλο Κούγκι………………αδέλφια….

Τώρα η ώρα της φωτιάς,η ώρα της Ιμέρας…..Του Μαραθώνα οι αστραπές ,του Θοδωράκη η σπάθα………….

Κι έτσι εκδικήθηκαν κι αυτοί που φύγαν,κι αυτοί που ήρθαν κι όσους ακόμα καρτερούμε και προσμένουμε…………

Στο περιβόλι των Θεών,η τιμωρία ήρθε……..κι έγιανε τραύματα παλιά και μοιρασμένα λόγια……

Κι ανέβασε ένα Λαό,πεσμένο από χρόνια……εκεί που ‘ταν η μοίρα του,εκεί που αιώνια ανήκει………….

Φοβού τους Ελληνες λοιπόν,και τη φωτιά που κρύβουν….

Στα μάτια τους και στη ψυχή,…………στα όνειρα που βρίζουν………………………

Λακεδαίμων Αππελαίος

http://wp.me/p1yOVZ-1oM 

Θέλω να σώσω ότι απέμεινε από το παραμύθι που μεγάλωσα….

Θέλω να σώσω ότι απέμεινε από το παραμύθι που μεγάλωσα….

Oνειρο…

Με τι θυμό να σ αντικρίσω;Δεν έμεινε άλλος να μοιραστώ……ζωντάνεψε στα όνειρα μου και πήγε να με πνίξει…………
Λυγμός,οργή και δάκρυ…ένα με το μαξιλάρι….
Κι εσένα δε σε πρόλαβα…………

Καλύτερα αύριο βράδυ να μενα ξάγρυπνος από τύψεις,παρά να με κυνηγάει η εικόνα των παιδιών μου….σκλάβοι να καταριούνται εκείνον που δε σήκωσε το βλεμμα του ποτέ……….

Θα σε προλάβω…γιατί δεν αντέχω τις αλυσίδες στα πόδια τους…..δεν αντέχω την κατήφεια στα μάτια τους…
Κι αν σε προλάβω….μαξιλάρι ας μη μου βάλουν μαζί μου…..γιατί θα κοιμηθώ ήρεμος και γαλήνιος,πως έκανα κι εγώ όσα έπρεπε να κάνω………….

Θα γίνω βουνίσιος και θαλασσινός μαζί…….φλόγα και βροχή….ξύπνημα σ όσους κοιμούνται…….άξιος……….

Κι εσύ,ο δράκος του παραμυθιού που άντεξε μόνο για λίγο………. Ανάγνωση του υπολοίπου

[ΠΟΙΗΜΑ] θα πληρωσουν ολοι…λευτεριας λιπασμα οι πρωτοι νεκροι…

από σχόλιο της sofiatzani εδώ

θα πληρωσουν ολοι…

λευτεριας λιπασμα οι πρωτοι νεκροι…

(στις διαδηλωσεις που κατεστειλαν Δημήτρης Κοτζαρίδης, Marfin, αυτοκτονίες)

… την ρωμιοσυνη μην την κλαιτε ακομα…

Γιάννης Ρίτσος – Ρωμιοσύνη

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους –
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.

Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε –
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/rwmiosynh.htm

ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ! Αν τον Ακούγαμε…

«…αλλά αυτός ο κόσμος παιδιά μου,

στον οποίο θα ζήσετε κι εσείς και έχετε ήδη αρχίσει να ζείτε και να τον γεύεστε

δεν είναι αγγελικά πλασμένος.

Είναι ένας κόσμος με πολλές κακίες,

είναι ένας κόσμος με πολλές αδικίες,

είναι ένας κόσμος που θέλει να εκμεταλλευτεί τον αδύνατο και τον ασθενή,

είναι ένας κόσμος όμως τον οποίο πρέπει ν’ αλλάξουμε .

Να έχετε την φιλοδοξίαν να αλλάξετε τον κόσμο.

Αλλά προσέξτε, θα σας δώσω μια συμβουλή.

Όσοι έγιναν εις το διάβα της ιστορίας επαναστάτες για να αλλάξουν τον κόσμο,

γιατί όλες οι επαναστάσεις έγιναν κάτω από αυτήν την σημαία,

να αλλάξουμε τον κόσμο.

Η διαφορά μ’ εμάς είναι, ότι αυτοί θέλησαν να αλλάξουν τον κόσμο,

με το να αλλάξουν όλοι οι άλλοι!

Εμείς λέμε θα αλλάξουμε πρώτα εμείς.

Εάν δεν είσαστε διατεθειμένοι,

να αλλάξετε πρώτα εσείς τον εαυτό σας,

να γίνετε πιο έντιμοι,

πιο ειλικρινείς, πιο αληθινοί,

πιο γνήσιοι, πιο ηθικοί.

Αν δεν το κάνετε αυτό δε θα αλλάξει τίποτε στο κόσμο.

Θα μπείτε κι εσείς μέσα, στο κόσμο αυτό,

κι ύστερα από λίγο θα τον έχετε συνηθίσει…»

+Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (1939-2008)

Σικελιανός Παλαμᾷ : «Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα! «

τοῦ netakias (δια το πολυτονικό Φιλονόη)

Ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ, ἐν μέσῳ Κατοχῆς,

27 Φεβρουαρίου 1943.

Ἀπαγγέλλει ἐπάνω ἀπὸ τὴν σωρὸ τοῦ ποιητῆ, δονῶντας τὴν λαοθάλασσα ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ, μετατρέποντας ἔτσι τὴν κηδεία τοῦ μεγάλου Ποιητῆ, στὴν μεγαλύτερη ἀντικατοχικὴ συγκέντρωση!

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΕΝΑΝ ΡΕ(Ν), ΕΝΑΝ ΒΙΕΤΝΑΜΕΖΟ ΓΚΑΙΤΕ, ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΓΚΕΛΑΡΙΟ, ΜΙΑ ΛΟΥΓΚΡΑ ΥΠΕΞ ΚΙ ΕΝΑΝ… ΑΜΕΑ;

Ἡ πολιτικὴ ὀρθότητα πέθανε! Ὅσοι δῆθεν «ἀνατρίχιασαν» νὰ σκεφθοῦν πρῶτα τὰ  11.000.000 ὁμήρους τῆς Χώρας.

Σεβασμός κερδίζεται, δέν εἶναι ταμπέλα…..

Ἄγγελος Σικελιανός – Παλαμᾶς

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς

σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

***

Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα ! Ἕνα βουνὸ

μὲ δάφνες ἂν ὑψώσουμε ὡς τὸ Πήλιο κι ὡς τὴν Ὄσσα,

κι ἂν τὸ πυργώσουμε ὡς τὸν ἕβδομο οὐρανό,

ποιὸν κλεῖ, τί κι ἂν τὸ πεῖ ἡ δικιά μου γλώσσα;

***

Μὰ ἐσὺ Λαέ, ποὺ τὴ φτωχή σου τὴ μιλιά,

Ἥρωας τὴν πῆρε καὶ τὴν ὕψωσε ὡς τ᾿ ἀστέρια,

μεράσου τώρα τὴ θεϊκὴ φεγγοβολιὰ

τῆς τέλειας δόξας του, ἀνασήκωσ᾿ τον στὰ χέρια

***

γιγάντιο φλάμπουρο κι ἀπάνω ἀπὸ μᾶς

ποὺ τὸν ὑμνοῦμε μὲ καρδιὰ ἀναμμένη,

πὲς μ᾿ ἕνα μόνο ἀνασασμόν: «Ὁ Παλαμᾶς!»,

ν᾿ ἀντιβογκήσει τ᾿ ὄνομά του ἡ οἰκουμένη!

***

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βογκῆστε τύμπανα πολέμου… Οἱ φοβερὲς

σημαῖες, ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

***

Σ᾿ αὐτὸ τὸ φέρετρο ἀκουμπᾶ ἡ Ἑλλάδα! Ἕνας λαός,

σηκώνοντας τὰ μάτια του τὴ βλέπει…

κι ἀκέριος φλέγεται ὡς μὲ τ᾿ ἄδυτο ὁ Ναός,

κι ἀπὸ ψηλὰ νεφέλη Δόξας τόνε σκέπει.

***

Τί πάνωθέ μας, ὅπου ὁ ἄρρητος παλμὸς

τῆς αἰωνιότητας, ἀστράφτει αὐτὴν τὴν ὥρα

Ὀρφέας, Ἠράκλειτος, Αἰσχύλος, Σολωμὸς

τὴν ἅγια δέχονται ψυχὴ τὴν τροπαιοφόρα,

***

ποὺ ἀφοῦ τὸ ἔργο της θεμέλιωσε βαθιὰ

στὴ γῆν αὐτὴν μὲ μίαν ἰσόθεη Σκέψη,

τὸν τρισμακάριο τώρα πάει ψηλὰ τὸν Ἴακχο

μὲ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς γιὰ νὰ χορέψει.

***

Ἠχῆστε οἱ σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονῆστε σύγκορμη τὴ χώρα πέρα ὡς πέρα…

Βόγκα Παιάνα! Οἱ σημαῖες οἱ φοβερὲς

τῆς Λευτεριᾶς ξεδιπλωθεῖτε στὸν ἀέρα!

Κ.Π.Καβάφη. Μετά την Ψηφιση των Μέτρων, θα φοβούνται κάποιοι το Γουδί; ΑΣ ΠΡΟΣΕΧΑΝ!

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τάφαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,
κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους—
τους ξέρουμε τους προκομένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Aλλά, κατεστραμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

[ΠΟΙΗΜΑ] Γ.Σουρή : ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Απόστασε το χέρι μου από το να μουντζώνω
και σάλιο δεν μου έμεινε από το φτύσε φτύσε,
αλλ’ έως τώρα τίποτε μ’ αυτά δεν κατορθώνω,
και σύ, Ευρώπη, μας γελάς και πάντα ίδια είσαι.
Και απορώ, μα το σταυρό, πώς ως αυτή την ώρα
και άλλα δεν μας έστειλες εδώ Θωρακοφόρα.

 

Προθύμως σας εκάμαμεν εκείνο που ζητείτε
και άν δεν μας πιστεύετε, κοπιάσετε να δήτε
ποία ειρήνη κατ’ αυτάς στο κράτος βασιλεύει
και πώς καθένας ήσυχα γλεντά και χουζουρεύει.
Ήλθε το άντε στάτους κβο με τόσας αναπαύσεις
και άρχισαν να γίνονται διορισμοί και παύσεις.

_Λοιπόν, τί άλλο από μας, Ευρώπη, απαιτείς
κι ακόμη από το λαιμό πιασμένους μας κρατείς;
Θέλεις λοιπόν να ζήσωμε χωρίς πολιτικήν
και ως στρατόν να έχωμε την χωροφυλακήν
κι ουδέ ο ρήτωρ Κωνσταντής ν’ ακούγεται παρλάρων
διά το πραξικόπημα εκείνο των Βουλγάρων;

Εσύ, βρε καγκελλάριε των σαχλο-Γερμανών
σύ εναντίον μας κινείς και γην και ουρανόν
εσύ, διαόλου αλεπού, που ψόφος δεν σε πιάνει
εσύ κρατάς κατάκλειστο το κάθε μας λιμάνι,
και όλα τα καράβια σου εις τα νερά μας στέλλεις,
διότι έτσι αγαπάς, διότι έτσι θέλεις.

Εσύ, βρε καγκελλάριε, εσύ, βρε Μαμελούκε,
εσύ, πανευγενέστατε της Δύσεως Τραμπούκε,
παίζεις και πάλι πρόστυχο και βρώμικο παιχνίδι
και του κυρίου Γλάδστωνος του πάει ριπιπίδι
κι αισθάνεται το βάρος σου ο σβέρκος κάθε ράχης…
αλλ’ έστι δίκης οφθαλμός, που κακό ψόφο νάχεις.

Γ.Σουρή 1886

(ΑΠΑΝΤΑ ΣΟΥΡΗ εκδ.Γιοβάνη Δ’ Τόμος)

* Αναφέρεται στον αποκλεισμό της Ελλάδα από τους Γερμανούς το 1886

δια την αντιγραφήν νετάκιας

[ΠΟΙΗΜΑ] Στον Προδότη.

ᾨδὴ Ἐννάτη. Εἰς τὸν Προδότην

α´.

Ἐγύρισε ταὶς πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ὁ προδότης·
ἀλαμπῆ σέρνει τ᾿ ἅρματα
φαρμακερά, τὸ στῆθος του
ἔγινεν ᾅδης. 5

β´.

Τὸν σταυρὸν καὶ τοὺς Ἕλληνας
ἄφησ᾿ ὀπίσω, ἐξάπλωσεν
ἀδελφικῶς τὴν χεῖρα του
῾ς τοὺς τούρκους, κ᾿ ἐπροσκύνησε
βάρβαρον νόμον. 10

γ´.

Τὸν συντροφεύει ὁλόμαυρον
μέγα ἐναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ἀκόμα ἀτίνακτον
ἀστροπελέκι ἐπάνω του,
κ᾿ ἄγρυπνος μοῖρα. 15

δ´.

Ὦ Βαρνακιώτη· τρέχεις,
καὶ ὁ κτύπος τῶν ποδῶν σου
ἀντιβομβεῖ, ὡσὰν ῾νἄτρεχες
ἐπὶ τὸν κούφιον θόλον
βαθείας ἀβύσσου. 20

ε´.

Ἂν κοπιασμένος πέσῃς
῾ν ἀναπαυθῆς ῾ς τὰ χόρτα,
ἡ τιμωρὸς συνείδησις
μὲ᾿ σὲ πλαγιάζει ἀλλάζουσα
τὰ χόρτα εἰς δράκοντας. 25

ς´.

Τὸ φῶς ἐσὺ ἀποφεύγεις
τῆς ἡμέρας, φοβούμενος
μήπως τῶν προδομένων
ἀνθρώπων σὲ ξανοίξουσιν
ἡ μακραὶ σπάθαι. 30

ζ´.

Κράζεις τὴν νύκτα, κ᾿ ἔρχεται·
ἀλλὰ εἰς τὸ σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
ἐχθροὺς ἀρματωμένους,
καὶ ὡς ἄφρων μένεις. 35

η´.

Ἂν μαυροφορεμένης
χήρας, ἂν βρέφους θρῆνον
ὀρφανικὸν ἀκούσῃς,
τρέμεις, καὶ τὸ ποτήρι σου
πέφτει σχισμένον. 40

θ´.

Ἂν τῆς χαρᾶς τὸν γέλωτα
ἰδῆς εἰς φιλικὸν
δεῖπνον περιπετώμενον,
ἀπ᾿ ἵδρωτα θανάτου
στάζουν τὰ φρύδια σου. 45

ι´.

Ὤ, ποίαν ζωὴν ἠγόρασες
προδότα Βαρνακιώτη!
καὶ τί ἔλπιζες; τὸ θεῖον
διὰ τοὺς ὁμοίους σου τέτοια
δῶρα ἑτοιμάζει. 50

ια´.

Ἂν ἤθελες χρυσάφι –
πολὺν εἰς τὰς βαρβάρους
ἀγαρηνὰς σκηνάς
μὲ᾿ τὸ σπαθὶ εἰς τὸ χέρι
εὕρισκες πλοῦτον. 55

ιβ´.

Πληγωμένος ἀπ᾿ ὕβριν
Ἑλληνικῶν στομάτων
ἂν ἤθελες ἐκδίκησιν –
ἡ καλλητέρα ἐκδίκησις
εἶναι ἡ συμπάθεια. 60

ιγ´.

Μέγα, λαμπρὸν ἐὰν ἤθελες
ὄνομα, καὶ περνώντας
ἐσὺ κάθε ὀφθαλμὸς
μὲ᾿ θαυμασμὸν ῾νὰ στρέφεται
παρατηρώντας σε. – 65

ιδ´.

Σφαλερὸν δρόμον, ἄθλιε,
ἐδιάλεξας· οἱ Ἕλληνες
ποὺ ἐπρόδωσας θαυμάζονται
ἀπὸ τὴν οἰκουμένην
κ᾿ ἥρωες καλοῦνται. 70

ιε´.

Καὶ καταφρονημένος
Ὁ Βαρνακιώτης ἔγινε. –
γύρευε ἀπὸ τὴν μοῖραν σου
κρυπτὸν ῾νὰ σοῦ χαρίσῃ
τάφον εἰς ὅλους. 75

Ανδρέα Κάλβου

ΩΔΑΙ

[ΠΟΙΗΜΑ] Προσκλητήριο

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ

Δεν κάνω πια πίσω,
Το στρίβω για εμπρός,
Παντού όπου γυρίσω,
Με σπρώχνει ο καιρός.

Ανοίγω τη βρύση,
Και τρέχουν φωτιές,
Με έχουν αντλήσει,
Χιλιάδες φορές,

Δεν έχω άλλο τράτο,
Στο δρόμο θα βγω.
Με πήγαν στον πάτο,
Τους πάω στο γκρεμό!

Δεν θέλω μνημείο,
Του Άγνωστου Έλληνα.
Μονάχος μου έμεινα,
Αρχαίο αγγείο.

Οι δήθεν φωστήρες,
Πηδούν στο κρεβάτι μας.
Θα βγούμε για πάρτη μας,
Και τέρμα οι σωτήρες!

Δε γουστάρω κανένα,
Τα όνειρά μου ένα-ένα,
Αριθμούς τα ΄χουν κάνει,
Με τους τηλεφακούς.

Δε γουστάρω κανένα,
Παρά μόνο Εσένα,
Αναγνώστη που βλέπεις,
Πατριωτάκι που ακούς!

Μονάχα από τους δυο μας, περιμένω,
Με στίχο αγριεμένο,
Που διόρθωσε ο Θεός..
Μονάχα από τους δυο μας περιμένω,

Εγώ είμαι ένα τρένο,
Μα εσύ είσαι ο Σταθμός.
Μονάχα από τους δυο μας περιμένω
Χαλάω την παρτίδα,

Δεν παίζω, εδώ κι εμπρός..
Μονάχα από τους δυο μας, περιμένω,
Εγώ είμαι η Πατρίδα,
Κι Εσύ’ σαι τ’ Άγριο Φως!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

http://www.newsbomb.gr/opinions/story/dimitris-iatropoulos-prosklitirio