Ευάγγελος Αβέρωφ

Η παρουσία των Κανελλόπουλου-Μαύρου, στην ιστορική σύσκεψη της 23ης Ιουλίου 1974, ήταν εκείνη που επέβαλλε, με το υψηλό κύρος και των δύο, την πραγματικά αλλαγή και δεν οδηγήθηκαν τα πράγματα σε μια ακόμη μεταμφίεση του δικτατορικού καθεστώτος.

Διαφορετικά, μπορεί ο οποιοσδήποτε να καταλάβει τι θα συνέβαινε αν το αγριεμένο πλήθος αντιλαμβανόταν τον εμπαιγμό, απέναντι μάλιστα σε θύλακες του χουντικού καθεστώτος, φανατικούς, αμετανόητους, προ πάντων δε ένστολους υποστηρικτές, της συνέχισης της δικτατορικής παρέκκλισης.

Όταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος συνομίλησε, στη διάρκεια της σύσκεψης, με τον πανίσχυρο υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Χένρι Κίσινγκερ, πετυχαίνοντας εν τέλει την κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, όλοι κατάλαβαν πως δεν υπήρχε άλλος δρόμος.

Ετσι, εκ των πραγμάτων εκείνη η σύσκεψη αποφασίστηκε, στην πρώτη φάση, ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, με τη συνεπικουρία του Γεωργίου Μαύρου. Εκεί, στο διάλειμμα που ακολούθησε, προκειμένου να διαβουλευθούν οι δύο ηγέτες, με τους συνεργάτες τους, για τη σύνθεση της κυβέρνησης, εκδηλώθηκε η πρωτοβουλία του Ευάγγελου Αβέρωφ, για την προώθηση και την επιβολή εν τέλει, της «λύσης Καραμανλή».
Τα περιστατικά είναι γνωστά και μακριά από μας η καταφυγή σε «θεωρίες συνωμοσίας». Αλλωστε, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, ο δυναμισμός και τα ηγετικά χαρίσματα του Καραμανλή, τον καθιστούσαν ενδεχομένως πιο κατάλληλο, ειδικά για τη συγκεκριμένη περίσταση, έναντι του πιο «σοφτ» Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

Από την άλλη, η στάση του τελευταίου, απέναντι στο καθεστώς και οι ταλαιπωρίες που υπέστη, παραμένοντας στη χώρα, εγγυούνταν σε μεγαλύτερο βαθμό, την προώθηση της αναγκαίας κάθαρσης και τιμωρίας των ενόχων, σύμφωνα με την παλλαϊκή επιθυμία και απαίτηση.

Ο Καραμανλής, απ’ την άλλη, μακριά από το πεδίο, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της δικτατορίας, φάνηκε να αναζητά διαύλους επικοινωνίας με την ηγεσία της χούντας, επιδιώκοντας μια ομαλή και συναινετική μετάβαση.
Αυτή η τακτική βρισκόταν πιο κοντά στη λεγόμενη «πολιτική της γέφυρας» του εκ Μετσόβου πολιτικού.

Βεβαίως, από ένα σημείο και πέρα, που χρονικά θα το τοποθετούσαμε στο μεταίχμιο μεταξύ 1969 και 1970, μετά την αποτυχία μιας σοβαρής προσπάθειας προς την ανωτέρω κατεύθυνση, ο «αυτοεξόριστος του Παρισιού» κατάλαβε ότι οι δικτάτορες και προσωπικά ο Παπαδόπουλος δεν είχαν καμία πρόθεση μεταβίβασης της εξουσίας και επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό, σκλήρυνε τη στάση του και μεταβλήθηκε σε αδιάλλακτο αντίπαλο της δικτατορίας.

Αντίθετα, ο Αβέρωφ επέμεινε στην πολιτική «της γέφυρας», διατηρώντας σταθερή επαφή με εκπροσώπους του δικτατορικού καθεστώτος, σε βαθμό παρεξήγησης.
Απ’ την άλλη όμως δε δίστασε να εμπλακεί στο «Κίνημα του Ναυτικού», στην τελική φάση εκδήλωσης του, σε συνεννόηση μάλιστα με τον Καραμανλή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.