Ομιλία – κόλαφος κατά του ακραίου νεοφιλελευθερισμού από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο #nytadf #AthensDemocracyForum

ΠΡΟΚΟΠΗΣ-ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣΣΗΜΕΙΑ ΟΜΙΛΙΑΣ
ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΤΟΥ 6ου ΕΤΗΣΙΟΥ «ATHENS DEMOCRACY FORUM»
ΜΕ ΘΕΜΑ:

«DEMOCRACY IN DANGER: SOLUTIONS IN A GHANGING WORLD»

Αθήνα, 17.9.2018

Η ΔΙΑΒΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ» ΕΠΙ ΤΟΥ «ΘΕΣΜΙΚΟΥ»

Εισαγωγή

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση χαιρετίζω, για μιαν ακόμη χρονιά, την έναρξη των εργασιών του 6ου Ετήσιου «Athens Democracy Forum».  Πολλώ μάλλον όταν το θέμα του είναι εξαιρετικά επίκαιρο, σ’ ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, δοθέντος ότι οι κίνδυνοι για τους Δημοκρατικούς Θεσμούς και, συνακόλουθα, για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά, όλως αντιθέτως, πολλαπλασιάζονται.  Και αυτός ο πολλαπλασιασμός είναι τόσο περισσότερο ανησυχητικός, όσο χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι νέοι κίνδυνοι υπονόμευσης των Δημοκρατικών Θεσμών και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, «υποδόριοι», άρα ολοένα και περισσότερο δυσχερώς ανιχνεύσιμοι.

Α. Και στο σημείο αυτό οφείλω να προβώ στις εξής δύο επισημάνσεις, οι οποίες σχετίζονται με την θεματική οριοθέτηση της παρέμβασής μου:

1. Πρώτον, μιλώντας για τους κινδύνους, οι οποίοι πλήττουν τους Δημοκρατικούς Θεσμούς, θ’ αναφερθώ, όπως είναι ευνόητο, σ’ έναν συγκεκριμένο τύπο Δημοκρατίας.  Ειδικότερα δε στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, δοθέντος ότι αυτή είναι η οποία συνιστά τον γενικό, σχεδόν, κανόνα δημοκρατικής διακυβέρνησης σε όλα τα κράτη που μπορούν, υπό πολιτικούς και θεσμικούς όρους, ν’ αποδείξουν πως ανταποκρίνονται στο σύγχρονο και καθολικώς αποδεκτό πρότυπο μιας τέτοιας μορφής διακυβέρνησης.

2. Δεύτερον, είναι προφανές ότι θα ήταν αδύνατο, στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης, να διεξέλθει κανείς το σύνολο των κινδύνων, οι οποίοι σήμερα στρέφονται εναντίον των Δημοκρατικών Θεσμών και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά τούτο επέλεξα -ελπίζω όχι με μεγάλη δόση αυθαιρεσίας, λόγω υποκειμενικής θεώρησης- να επικεντρώσω την ανάλυση που ακολουθεί στον κίνδυνο εκείνο, τον οποίο θεωρώ ως τον κατ’ εξοχήν υπονομευτικό για την δημοκρατική διακυβέρνηση κάθε κοινωνικού συνόλου.  Και τούτο αφενός διότι ο κίνδυνος αυτός λαμβάνει πλέον, λόγω της οικονομικής -και όχι μόνον- παγκοσμιοποίησης «πλανητικές» διαστάσεις.  Και, αφετέρου, διότι τις υπονομευτικές του επιπτώσεις εντείνει η, σύμφυτη με την πεμπτουσία του, «υποδόρια», κατά τ’ ανωτέρω, επίδρασή του στους Δημοκρατικούς Θεσμούς και στα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Β. Επέκεινα, η ανάλυσή μου επικεντρώνεται στην επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού», όπως συνηθίζω να χαρακτηρίζω την παθογένεια υπονόμευσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, η οποία εξελίσσεται ως άκρως επικίνδυνος διαβρωτικός μηχανισμός του κανόνα δικαίου, της αρχής της νομιμότητας και, εν τέλει, του Κράτους Δικαίου, ως κορυφαίας θεσμικής και πολιτικής αντηρίδας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Σημειώνεται ότι το Κράτος Δικαίου εκλαμβάνεται, στο πλαίσιο της ανάλυσης που ακολουθεί, ως αντηρίδα των εν γένει θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας όχι μόνο στο in concreto πεδίο κάθε δημοκρατικώς οργανωμένου κράτους, αλλά και στο πεδίο από την μια πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, από την άλλη πλευρά, της Διεθνούς Κοινότητας στο σύνολό της.

I. Τα βασικά χαρακτηριστικά και τα θεσμικά και πολιτικά πλεονεκτήματα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Δίχως να υποτιμάται το γεγονός ότι και η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία καταλήγει σε συγκεκριμένους, ορατούς, συμβιβασμούς σε σχέση με έναν, βεβαίως εντελώς θεωρητικό σήμερα, αμιγώς δημοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης –με κυριότερο εκείνον, σύμφωνα με τον οποίο ναι μεν όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, πλην όμως ασκούνται υπό τους περιορισμούς του οικείου Συντάγματος, και δη περιορισμούς που συρρικνώνουν την προοπτική αμεσότητας άσκησης της εξουσίας- γίνεται σχεδόν καθολικώς δεκτό πως συνιστά τον πιο πρόσφορο και πιο αποτελεσματικό τρόπο δημοκρατικής διακυβέρνησης.  Και το σπουδαιότερο σημείο υπεροχής της εντοπίζεται στο ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, ως σύστημα διακυβέρνησης το οποίο συνδυάζεται, κατ’ ανάγκην, με το κλασικό καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα που προϋποθέτει τον ελεύθερο και υγιή ανταγωνισμό ως προς το, lato sensu, επιχειρείν, εμφανίζεται το πιο κατάλληλο και «φιλικό», έναντι του Ανθρώπου, σύστημα άσκησης εξουσίας, στην όλη προσπάθειά του να υπερασπισθεί την αξία του και ν’ αναπτύξει ελευθέρως την προσωπικότητά του.  Κατ’ εξοχήν δε ως το σύστημα που, στην ως άνω προσπάθεια του Ανθρώπου, τον εξοπλίζει με τ’ απαραίτητα μέσα κατάλληλης άμυνας κατά των φαινομένων της κρατικής αυθαιρεσίας αλλά και κατά της εκ μέρους των λοιπών μελών του κοινωνικού συνόλου αυθαίρετης άσκησης των κάθε είδους δικαιωμάτων.  Ειδικότερα:

Α. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και η εντός αυτής οργάνωση της ισορροπίας των «θεσμικών αντιβάρων».

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται στο σύστημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας δεν είναι, όπως εύστοχα ανέλυσε ο Karl Popper, απλώς ποιός πρέπει να κυβερνά σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή ως ο καταλληλότερος αλλά, πρωτίστως, πως πρέπει να οργανωθούν οι πολιτικοί θεσμοί (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική εξουσία), πλαισιωμένοι από καταστατικούς κανόνες δικαίου, ώστε να εμποδίζεται μια κακή ή και μη ικανή κυβέρνηση ή μια πλειοψηφική -πολιτικά κυρίαρχη- άποψη να προκαλέσει «μεγάλο κακό» στην Πολιτεία.  Για τον λόγο αυτόν πριν απ’ όλα η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, κατά την θεμελιακή ιδιοσυστασία της, συνεπάγεται την οργάνωση και λειτουργία εξισορροπητικών «θεσμικών αντιβάρων» (“checks and balances”), τόσον έναντι της αυθαιρεσίας της κρατικής εξουσίας όσο και έναντι της αυθαιρεσίας των άλλων μελών του κοινωνικού συνόλου.  Μέσα σ’ αυτό το θεσμικοπολιτικό πλαίσιο:

1. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία προϋποθέτει ότι κατά την λειτουργία των πολιτειακών οργάνων, που συγκροτούνται από εκλεγμένους εκπροσώπους, ισχύουν οι κανόνες της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας.  Μιας πλειοψηφίας η οποία βεβαίως και αποφασίζει, με αντίστοιχη υποχρέωση της μειοψηφίας να σέβεται τον πλειοψηφικό κανόνα εν ονόματι της δημοκρατικής αρχής.  Αλλά και μιας μειοψηφίας, η οποία έχει στην διάθεσή της θεσμοθετημένα μέσα ελέγχου της πλειοψηφίας, κατά την λήψη και εφαρμογή των αποφάσεών της, πράγμα που αποκλείει την παντοδυναμία και, κατ’ επέκταση, την αυθαιρεσία της πλειοψηφίας, ιδίως μετά τη λήψη των αποφάσεων εκ μέρους της.

2. Περαιτέρω, και μπαίνοντας πλέον στο πεδίο των σχέσεων κυβερνώντων και κυβερνωμένων, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία θωρακίζει τον Άνθρωπο, κατά την άσκηση των κανονιστικώς οργανωμένων δικαιωμάτων του, έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας μέσω των θεσμών του Κράτους Δικαίου.  Το οποίο, κατά την σύγχρονη εκδοχή του  διεθνώς, συνίσταται στον συνδυασμό αφενός κανόνων δικαίου, οι οποίοι διέπουν την εν γένει δομή και δράση των κρατικών οργάνων, συνθέτοντας έτσι την πεμπτουσία της, lato sensu, αρχής της νομιμότητας.  Και, αφετέρου, αποτελεσματικών κυρώσεων εναντίων των κρατικών οργάνων –και όχι μόνο, με βάση τα όσα εκτίθενται στην συνέχεια- σε περίπτωση που αυτά παραβιάζουν τους ως άνω κανόνες δικαίου.  Συγκεκριμένα:

α) Θεσμική sedes meteriae του Κράτους Δικαίου είναι η ύπαρξη κανόνων διαμορφωμένων σε ιεραρχική τάξη, της οποίας κορυφή είναι, κατά κανόνα, το Σύνταγμα. Κανόνων, οι οποίοι διέπουν  την δομή και την δράση όλων, ανεξαιρέτως, των κρατικών οργάνων, ακόμη και των άμεσων.  Πλην όμως το Κράτος Δικαίου επιβάλλει οι ως άνω κανόνες δικαίου να είναι πλήρεις, ήτοι  leges perfectae, με την έννοια ότι συνοδεύονται από την θεσμοθέτηση κυρωτικών μηχανισμών, οι οποίοι θωρακίζουν την κανονιστική ισχύ τους για το ενδεχόμενο παραβίασής τους.  Επομένως, το Κράτος Δικαίου δεν συμβιβάζεται με την πλαισίωση, έστω και μερικώς, της δομής και της δράσης των κρατικών οργάνων από ατελείς κανόνες δικαίου, ήτοι leges inperfectae.

β) Οι κατά τ’ ανωτέρω, εγγυητικοί της αρχής της νομιμότητας, κυρωτικοί μηχανισμοί εμφανίζονται υπό ποικίλες μορφές, συνήθως δε υπό την μορφή «θεσμικού τριπτύχου», το οποίο συνθέτουν ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ο διοικητικός αυτοέλεγχος και ο δικαστικός έλεγχος.  Κατ’ ουσίαν όμως, μόνον ο δικαστικός έλεγχος εφαρμογής της αρχής της νομιμότητας θεωρείται ως πραγματικά αποτελεσματικός κυρωτικός μηχανισμός, απολύτως συμβατός με τις απαιτήσεις του Κράτους Δικαίου, τόσο λόγω της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, η οποία περιβάλλει τον δικαστή κατά την έκδοση των αποφάσεών του, όσο και λόγω της εκτελεστότητας που συνεπάγονται οι δικαστικές αποφάσεις εξαιτίας του παραγόμενου εξ αυτών δεδικασμένου.  Εκτελεστότητας, η οποία μάλιστα φθάνει ως τα όρια της αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον αυτού τούτου του νομικού προσώπου του Δημοσίου.

Β. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και οι όροι άσκησης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το δεύτερο σημείο υπεροχής της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας έγκειται στο ότι, ταυτοχρόνως, κατάγεται από την ιδέα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και εγγυάται την κατά τον προορισμό τους άσκησή τους. Με άλλες λέξεις υπερέχει, διότι οργανώνει θεσμικό ανάχωμα κατά της αυθαίρετης άσκησης των επιμέρους δικαιωμάτων από τα κατ’ ιδίαν υποκείμενά τους, αφού, ιδίως στον σύγχρονο κόσμο, ο Άνθρωπος κινδυνεύει όχι μόνον από την κρατική αυθαιρεσία αλλά και από την αυθαιρεσία των συνανθρώπων του, κυρίως δε εκείνων που, λόγω οικονομικής ισχύος, τουλάχιστον κατά κανόνα, ρέπουν προς μια καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων τους σε βάρος των ασθενέστερων.  Αυτό το πλεονέκτημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εξηγείται από το ότι, κατά την θεσμική και πολιτική ιδιοσυγκρασία του, ο Άνθρωπος μπορεί μεν δια της άσκησης των δικαιωμάτων του να υπερασπίζεται ελευθέρως την αξία του και ν’ αναπτύσσει, επίσης ελευθέρως, την προσωπικότητά του.  Όμως η αρμονική συνύπαρξη των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, απαγορεύει την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών κατά τρόπο που αποβαίνει εις βάρος από την μια πλευρά των άλλων μελών του και, από την άλλη πλευρά, αυτού τούτου του κοινωνικού συνόλου, ως ξεχωριστής θεσμικώς οντότητας.  Κατά λογική ακολουθία, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αφενός η ίδια η Ελευθερία και οι επιμέρους εκφάνσεις της, ήτοι τα κατ’ ιδίαν δικαιώματα, δεν ασκούνται άνευ ορίων.  Και, αφετέρου και συνακόλουθα, κάθε δικαίωμα ενέχει, εκ φύσεως, και στοιχεία συγκεκριμένων υποχρεώσεων, πράγμα που σημαίνει ότι ουδένα δικαίωμα θεωρείται ως γνησίως αμιγές.  Κατά τούτο λοιπόν στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας:

1. Ο Άνθρωπος είναι θωρακισμένος όχι μόνον έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, αλλά και έναντι της εις βάρος του αυθαίρετης άσκησης δικαιωμάτων εκ μέρους ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.  Αυτή την θεσμική εγγύηση εκφράζει η, διαρκώς διευρυνόμενη, κατοχύρωση μέσω κανόνων δικαίου -ακόμη και συνταγματικής προέλευσης- της τριτενέργειας των δικαιωμάτων, πρωτίστως δε των θεμελιωδών.

2. Κάθε περιορισμός δικαιώματος είναι θεμιτός μόνον όταν προβλέπεται από κανόνα δικαίου, ο οποίος είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές περί δικαιωμάτων διατάξεις.  Ανεξαρτήτως δε τούτου, κάθε περιορισμός οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτρέπει, εν πάση περιπτώσει, την μέσω των περιορισμών τούτων «τήξη» του πυρήνα οιουδήποτε δικαιώματος.

3. Επειδή ο Άνθρωπος υπάρχει και ενεργεί ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, στο οποίο ανήκει:

α) Κάθε δικαίωμα ασκείται υπό τους περιορισμούς, τους οποίους συνεπάγεται –οπωσδήποτε μέσω συγκεκριμένων ρυθμίσεων, που δεν μπορούν να θίξουν τον πυρήνα του- η ανάγκη υπεράσπισης της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης.  Δοθέντος ότι χωρίς την θωράκιση της αλληλεγγύης αυτής υφίσταται κίνδυνος ρήξης του εθνικού και κοινωνικού ιστού, άρα γενικευμένη αδυναμία αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου.

β) Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ήτοι η άσκησή του είτε για άλλο σκοπό από εκείνον, για τον οποίον έχει θεσμοθετηθεί είτε εκτός των –πάντοτε συνταγματικώς αποδεκτών- κατά την ισχύουσα έννομη τάξη περιορισμών, απαγορεύεται.  Και η απαγόρευση αυτή συνοδεύεται, υποχρεωτικώς, από την ενεργοποίηση κυρωτικών μηχανισμών εις βάρος των παραβατών της.

4. Η απλή πρόβλεψη, μέσω κανόνων δικαίου, των δικαιωμάτων δεν αρκεί για την εκπλήρωση της αποστολής τους υπέρ του υποκειμένου τους, εφόσον δεν συνοδεύεται, ιδίως σε περιόδους βαθιάς κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που προκαλούν «ασύμμετρες» διευρύνσεις των κοινωνικών ανισοτήτων, από ουσιαστικές εγγυήσεις αποτελεσματικής άσκησής τους στην πράξη.

α) Οι πιο σημαντικές από τις εγγυήσεις αυτές αφορούν την, εκ μέρους των κατά περίπτωση αρμόδιων κρατικών οργάνων, διασφάλιση της ισότητας ευκαιριών των υποκειμένων των επιμέρους δικαιωμάτων, ουσιαστικώς δε την διασφάλιση της ισότητας στην αφετηρία, από την οποία εκκινεί καθένας.  Αυτή η ισότητα είναι εκείνη που ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματική έννοιά της, δηλαδή στην έννοια της αναλογικής ισότητας, η οποία προϋποθέτει την ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων αλλά και την άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.

β) Η προαναφερόμενη έννοια της αρχής της ισότητας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των υποκειμένων τους εξηγεί, με ιδιαίτερη σαφήνεια, την άρρηκτη σύνδεση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου και τις, σύμφυτες με αυτό, αναγκαίες παρεμβατικές δράσεις του Κράτους.  Διότι είναι ακριβώς οι παροχές που μπορεί να διασφαλίσει το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου –κατ’ εξοχήν μέσω των αντίστοιχων κοινωνικών δικαιωμάτων- οι οποίες καθιστούν εφικτή την αποκατάσταση της ισότητας ευκαιριών, συνακόλουθα δε της ισότητας στην αφετηρία.  Τούτο σημαίνει ότι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία δεν νοείται δίχως θεσμικώς οργανωμένο Κοινωνικό Κράτος Δικαίου, πολλώ μάλλον όταν η «Αριστεία» -το κατ’ εξοχήν όχημα θεμιτής σύγκρισης και διάκρισης- δεν νοείται δίχως την διασφάλιση σε καθένα της δυνατότητας υπεράσπισης της αξίας του και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του υπό όρους πραγματικής, κατά το δυνατόν, ισότητας.  Επιπλέον, είναι αυτονόητο ότι η ανισότητα, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους των υποκειμένων τους, υπονομεύει τα θεμέλια του ελεύθερου και υγιούς ανταγωνισμού, ως θεμελιώδους στοιχείου και του κλασικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.

II. Η διάβρωση των θεσμικών και πολιτικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας από την επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».

Όπως ήδη εκτέθηκε εισαγωγικώς, ο σπουδαιότερος κίνδυνος διάβρωσης των θεσμικών και πολιτικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας προέρχεται από την -εξαιτίας της γενικευμένης οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της υπέρ αυτής, σχεδόν αποκλειστικώς, χρησιμοποίησης της τεχνολογίας- αποδυνάμωση του κανόνα δικαίου, της αρχής της νομιμότητας και, εν τέλει, του Κράτους Δικαίου in globo. Ήτοι της αποδόμησης εκείνων των μέσων κανονιστικής ρύθμισης της κοινωνικής ζωής -σε κάθε κράτος in concreto αλλά και σ’ ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο- τα οποία θωρακίζονται με το τεκμήριο της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αμέσως ή εμμέσως.  Κορύφωση του κινδύνου τούτου συνιστά η σύγχρονη μετάλλαξη του Δημόσιου Συμφέροντος, υπό την έννοια της θεώρησης ως τέτοιου και του δημοσιονομικού δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή του συμφέροντος το οποίο συνίσταται στην απλή σώρευση πλούτου, ακόμη και κρατικού.  Αυτή είναι, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, η διακινδύνευση, η οποία τείνει να πλήξει καιρίως τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δια της επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού». Συγκεκριμένα:

Α. Η δια της γενικευμένης «απορρύθμισης» αποδυνάμωση των κανονιστικών θεσμικών βάσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Πριν από κάθε άλλη διευκρίνιση, είναι ανάγκη να επισημανθεί ότι η κατά τ’ ανωτέρω κρίση του κανόνα δικαίου είναι μέρος των θεωρούμενων ως «εγγενών» αδυναμιών του Κράτους Δικαίου.  Ως εγγενείς, περιγράφονται οι αδυναμίες εκείνες, οι οποίες απορρέουν από τις ατέλειες, θεσμικές και πολιτικές, του ίδιου του Κράτους Δικαίου, υπό την σύγχρονη εκδοχή του.  Σύμφωνα με όρους συστημικής ανάλυσης, πρόκειται για ατέλειες των επιμέρους στοιχείων του «συστήματος» του Κράτους Δικαίου, οι οποίες δεν του επιτρέπουν ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συνέπειες της αυξημένης «εντροπίας» του, όπως μάλιστα «διεγείρεται» από τις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.   Στις κατά τ’ ανωτέρω «εγγενείς» αδυναμίες, ως προς την αποτελεσματική λειτουργία του Κράτους Δικαίου, πρέπει να προστεθούν και οι -διόλου λιγότερο επικίνδυνες, όπως φαίνεται από την ανάλυση που ακολουθεί- «εξωγενείς» αδυναμίες, οι οποίες απορρέουν κατά κύριο λόγο από την, ραγδαίως εντεινόμενη, επιρροή της, δήθεν, ανάγκης ευρείας «απορρύθμισης» του πεδίου της κοινωνικής και οικονομικής δράσης. Η δε κρίση του κανόνα δικαίου είναι μέρος και των θεωρούμενων, κατά τον τρόπο που εκτέθηκε αμέσως προηγουμένως, γενικότερων «εξωγενών» αδυναμιών του Κράτους Δικαίου.  Είναι δε αυτές οι «εξωγενείς» αδυναμίες του Κράτους Δικαίου, με πιο εμφανή την εντεινόμενη «απορρύθμιση», που καταγράφονται ως περισσότερο διαβρωτικές τόσο για τον πυρήνα του όσο και για τον κανόνα δικαίου. Και τούτο διότι η «απορρύθμιση» αυτή συρρικνώνει, δραματικά, το πεδίο της ρυθμιστικής παρέμβασής τους και αποδομεί την δημοκρατική νομιμοποίηση των κρατικών οργάνων -κυρίως δε εκείνων της Εκτελεστικής Εξουσίας- κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

1. Ως προς την έννοια και τις επιδιώξεις της επιχείρησης «απορρύθμιση» επισημαίνονται τ’ ακόλουθα:

α) «Κοιτίδα» της θεωρίας περί «απορρύθμισης» υπήρξε, κατά την δεκαετία του 1950, η Σχολή του Σικάγο και «γεννήτοράς» της ο M. Friedman, επικεφαλής της ακραίως νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί μιας αποτελεσματικής δυνατότητας πλήρους «αυτορρύθμισης» της αγοράς.

α1) Κατά την αντίληψη αυτή, σε γενικές γραμμές, οι παραδοσιακές αρχές του καπιταλισμού, ως προς την προσφορά και την ζήτηση, αρκούν, από μόνες τους, για να επιτύχουν την αναγκαία, κάθε φορά, ισορροπία του όλου οικονομικού συστήματος. Ακόμη και σε περιόδους οικονομικής κρίσης, η ισορροπία αποκαθίσταται αποκλειστικώς δια της εφαρμογής των οικονομικών, αμιγώς, κανόνων της αγοράς. Η κρατική παρέμβαση μόνο «δεινά» μπορεί να προκαλέσει.

α2) Άρα, ο κάθε είδους και έκτασης κρατικός παρεμβατισμός όχι μόνο δεν επιλύει τα προβλήματα των οικονομικών κρίσεων αλλά, όλως αντιθέτως, τα επιδεινώνει. Υπό τα δεδομένα αυτά π.χ. η μέσω της κρατικής παρέμβασης οργάνωση και επέκταση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, πέρα και έξω από την αυτοδύναμη λειτουργία της αγοράς, αποτελεί «πρόβλημα» και όχι λύση για τις οικονομικές κρίσεις.

β) Κατ’ ακολουθία, η ως άνω αντίληψη περί «αυτορρύθμισης» της αγοράς -και, άρα, του οικονομικού συστήματος- αποκλειστικώς μέσω των κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης, προϋποθέτει:

β1) Σταδιακή συρρίκνωση του πεδίου δράσης του Κράτους. «Όσο λιγότερο κράτος τόσο το καλλίτερο». Κάπως έτσι το Κράτος -άρα και το Κράτος Δικαίου, υπό την εκδοχή του ιδίως ως Κοινωνικού Κράτους, και με συνταγματικό μάλιστα έρεισμα-οφείλει να περιορισθεί, περίπου, στον ρόλο του «νυκτοφύλακος κυνός», κατά την αντίληψη των μέσων του 19ου αιώνα.

β2) Επίσης, ανάλογη συρρίκνωση του όγκου των κανόνων δικαίου, οι οποίοι διέπουν την άσκηση των κάθε είδους κρατικών δραστηριοτήτων. Ιδίως δε εκείνων που διέπουν την δραστηριότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας, ως «αιχμής του δόρατος» της όλης κρατικής δραστηριότητας.

2. Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή στην πράξη της προμνημονευόμενης επιχείρησης «απορρύθμιση» μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:

α) Κατά πρώτο λόγο, ακριβώς εξαιτίας της συρρίκνωσης του τομέα παρέμβασης του Κράτους, μεγάλο μέρος του κενού που προκύπτει το καταλαμβάνουν, με την δράση τους, νεοπαγείς φορείς του ιδιωτικού τομέα. Φορείς οι οποίοι, λόγω της καταγωγής τους, στερούνται οιασδήποτε δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυτή δε η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι εκείνη που αναδεικνύει και το μέγεθος των συνεπειών της φθίνουσας πορείας του Κράτους Δικαίου. Και τούτο, διότι οι φορείς του ιδιωτικού τομέα αναλαμβάνουν έτσι την διεκπεραίωση καθηκόντων, τα οποία συνδέονται ευθέως ακόμη και με την άσκηση δημόσιας εξουσίας stricto sensu. Γεγονός που θίγει τον ίδιο τον πυρήνα του παραδοσιακού Κράτους Δικαίου και, πέραν των άλλων, έρχεται σ’ ευθεία αντίθεση με το ίδιο το Σύνταγμα.

β) Κατά δεύτερο λόγο -και κατά συνέπεια- εκεί όπου η παραδοσιακή κρατική δραστηριότητα ανατίθεται πλέον σε φορείς του ιδιωτικού τομέα, η κανονιστική ρύθμιση της αντίστοιχης δραστηριότητας δεν γίνεται μόνο μέσω των κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης και, άρα, αντίστοιχης δημοκρατικής νομιμοποίησης.

β1) Επιχειρείται και μέσω «νεότευκτων» κανόνων ιδιωτικής προέλευσης και έμπνευσης, των οποίων η «νομιμοποίηση» δεν έχει ίχνος δημοκρατικής κάλυψης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων κανόνων παρέχουν οι, διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι, παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί κανόνες, όπως είναι ιδίως οι διεθνείς λογιστικοί κανόνες.

β2) Με την μέθοδο αυτή η γενικότερη συρρίκνωση του Κράτους Δικαίου εκκολάπτει και ανάλογη δραστική συρρίκνωση της δημόσιου χαρακτήρα Έννομης Τάξης, αφήνοντας πεδίο ανάπτυξης σε μια «κανονιστική παραγωγή» ιδιωτικής καταγωγής, με κυρωτικούς μηχανισμούς επίσης ιδιωτικής καταγωγής.

3. Οι προαναφερόμενες εγγενείς αδυναμίες -λόγω των θεσμικών και πολιτικών κενών του- αλλά και οι επίσης προαναφερόμενες σοβαρές ατέλειες του κανόνα δικαίου, κατά την «περιδίνησή» του στο κανονιστικώς άναρχο πεδίο της «απορρύθμισης», συνιστούν τις βασικές αιτίες του δημοκρατικού ελλείμματος, που πλήττει καιρίως το σύγχρονο Κράτος Δικαίου. Ένα δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο ανιχνεύεται, και μάλιστα ευκρινώς, από την μια πλευρά στα ολοένα και πολλαπλασιαζόμενα κρούσματα αποδυνάμωσης της αρχής της νομιμότητας της δράσης των κρατικών οργάνων. Και, από την άλλη πλευρά, στην διαρκώς φθίνουσα πορεία της δημοκρατικής νομιμοποίησης της δράσης αυτής.

α) Τις δημοκρατικές αντηρίδες του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπονομεύει η κρίση της αρχής της νομιμότητας. Δηλαδή, κατ’ ουσίαν, η αδυναμία του δημοκρατικώς θεσπισμένου κανόνα δικαίου να τιθασεύσει κανονιστικώς την δράση των κρατικών οργάνων εν γένει. Γεγονός το οποίο οφείλεται, ιδίως, στο ότι:

α1) Ο κανόνας δικαίου αδυνατεί πια να ρυθμίσει επαρκώς την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, της οποίας αποτελεί εποικοδόμημα. Δοθέντος ότι η ταχύτητα των μεταμορφώσεών της και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστούν, πολλές τουλάχιστον φορές, κανονιστικώς ανεπαρκή τον κανόνα δικαίου, ήδη κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του. Επέκεινα, η δράση των κρατικών οργάνων διαμορφώνεται μέσα σ’ έναν -οιονεί άναρχο- κανονιστικό χώρο, η ιδιομορφία του οποίου έγκειται στο ότι δεν παρέχει στην αρμοδιότητα των ως άνω οργάνων στέρεο και σαφές δημοκρατικό υπόβαθρο.

α2) Συνακόλουθα, οι κυρωτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι καλούνται να εγγυηθούν την in concreto τήρηση της αρχής της νομιμότητας, δεν διαθέτουν το αναγκαίο, αναφορικά με την κανονιστική του εμβέλεια, θεσμικό οπλοστάσιο, που θα τους διασφάλιζε τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής οριοθέτησης της δράσης των κρατικών οργάνων εντός μιας δημοκρατικώς -και με την δέουσα πληρότητα- οργανωμένης Έννομης Τάξης.

β) Το κατά τ’ ανωτέρω φαινόμενο της «απορρύθμισης», ως μεθόδου περιθωριοποίησης της ρύθμισης της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας μέσω κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης, υποσκάπτει, με την σειρά του, τις δημοκρατικές αντηρίδες του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπό τις εξής δύο, πρωτίστως, εκδοχές:

β1) Πρώτον, η ιδιωτική πρωτοβουλία εξελίσσεται, σε μεγάλο βαθμό, πέρα και έξω από την ρυθμιστική επιρροή δημοκρατικώς διαμορφωμένων κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης. Εξελίσσεται δηλαδή, και μάλιστα με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, υπό την ρυθμιστική επιρροή ατελών κανόνων δικαίου άγνωστης και, εν πάση περιπτώσει, μη δημοκρατικώς δομημένης προέλευσης. Υπό τα δεδομένα αυτά η «αρμοδιότητα» των κρατικών οργάνων, κατά την ανάπτυξη της δράσης τους, χάνει σταδιακώς όχι μόνο την κανονιστική της δύναμη αλλά και την απαραίτητη σύνδεσή της με τους, δημοκρατικής θεσμικής διάστασης, πυλώνες στήριξης του Κράτους Δικαίου.

β2) Δεύτερον, η κατά τ’ ανωτέρω, μειωμένη πλέον, δημοκρατική νομιμοποίηση της «αρμοδιότητας» των κρατικών οργάνων έχει άμεση επίπτωση πάνω στην αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποίηση αυτών τούτων των κρατικών οργάνων-φορέων της «αρμοδιότητας». Με την έννοια ότι αντιστοίχως μειωμένη εμφανίζεται και η δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων τούτων, με τις εντεύθεν αρνητικές συνέπειες ως προς την αναγνώριση του κύρους τους και την αποδοχή της εξουσίας τους εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου. Δεν είναι μάλιστα μακριά από την πραγματικότητα η διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία είναι αυτή η, μειωμένης έκτασης, δημοκρατική νομιμοποίηση των κρατικών οργάνων και των αρμοδιοτήτων τους, που μπορεί να εξηγήσει περαιτέρω το σύγχρονο φαινόμενο της έλλειψης πραγματικών ηγετικών φυσιογνωμιών σε παγκόσμια κλίμακα, κυρίως όμως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Στο σύγχρονο Κράτος Δικαίου η πραγματική πηγή, από την οποίαν αναβλύζει το γνήσιο ηγετικό φαινόμενο, είναι η μέσω δημοκρατικών διαδικασιών αποδοχή της ηγετικής φυσιογνωμίας και η εκούσια υπαγωγή των πολιτών στις κατά νόμο εκδιδόμενες αποφάσεις της, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της.

Β. Η μετάλλαξη της κλασικής έννοιας του Δημόσιου Συμφέροντος.

Το Δημόσιο Συμφέρον, ως θεμελιώδης στόχος τον οποίο οφείλει να επιδιώκει το κράτος που οργανώνεται υπό όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, συνιστά, διαχρονικώς, βασικό στοιχείο του πυρήνα της δημοκρατικής διακυβέρνησης.  Επιπλέον, ουδόλως ταυτίζεται -το αντίθετο μάλιστα- με το λεγόμενο «γενικό συμφέρον».  Και τούτο διότι το «γενικό συμφέρον» μάλλον συνιστά σταδιακή μετεξέλιξη του «κοινῇ συμφέροντος», το οποίο συναντάται στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής αλλά και νομικής σκέψης και δεν έχει κάποια ουσιαστική συγγένεια με το Δημόσιο Συμφέρον, όπως τούτο προέκυψε αρχικώς και διαμορφώθηκε στην συνέχεια θεσμικώς. Ειδικότερα, το προαναφερόμενο «κοινῇ συμφέρον» είναι η κοινή συνισταμένη του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και συνιστά συνεκτικό κρίκο του συνόλου τούτου, ιδίως με το να καθορίζει τον ιδεατό γενικότερο προσανατολισμό της Πολιτείας και του δικαίου της. Αντιπροσωπευτικές παραμένουν οι αναλύσεις του Αριστοτέλους:  «Τό δ’ὀρθόν ληπτέον ἴσως. τό δ’ ἴσως ὀρθόν πρός τό τῆς πόλεως ὃλης συμφέρον καί πρός τό κοινόν τό τῶν πολιτῶν» (Πολιτικά, 1283, c, 40).  Για τούτο «ἔστι δέ πολιτικόν ἀγαθόν τό δίκαιον, τοῦτο δ’ἐστί τό κοινῇ συμφέρον»  (Πολιτικά, 1282, b, 12).  Επέκεινα, «φανερόν τοίνυν ὡς ὅσαι μέν πολιτεῖαι το κοινῇ συμφέρον σκοποῦσιν, αὗται μέν ὀρθαί τυγχάνουσιν»  (Αθηναίων Πολιτεία, 1279, a, 18).  Την ορθότητα της διαπίστωσης αυτής τεκμηριώνει επαρκώς το γεγονός πως, μολονότι η έννοια του «δήμου» -η οποία αποτελεί βασικό προσδιοριστικό στοιχείο του Δημόσιου Συμφέροντος- είναι θεμελιώδες συστατικό της πολιτειακής οργάνωσης της «Αθηναίων Πολιτείας» και των συγγενών προς αυτήν πολιτειακών οργανώσεων ανά την Αρχαία Ελλάδα, ουδόλως και ουδέποτε το «κοινῇ συμφέρον» εξειδικεύθηκε, στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας, ώστε να συνδυασθεί, αμέσως ή εμμέσως, με μια μορφή πραγματικού Δημόσιου Συμφέροντος.

1.  Αντιθέτως λοιπόν προς το γενικό συμφέρον, το Δημόσιο Συμφέρον εκπορεύεται όχι από την κοινωνία των πολιτών, αλλ’ από την πολιτική κοινωνία.

α) Και μόνον η ετυμολογική του καταγωγή  -πέρα, δηλαδή, και έξω από την όλη θεσμική και πολιτική διαδρομή του, από την αφετηρία του ώς σήμερα-  αποτελεί αψευδή μαρτυρία περί αυτού.  Και τούτο διότι, με βάση την ετυμολογία, το Δημόσιο Συμφέρον δεν εκπορεύεται τόσο από το εν γένει κοινωνικό σύνολο, αλλ’ από τον «δήμο».  Δηλαδή από την οργανωμένη θεσμικώς, και υπό δημοκρατικούς όρους, κρατική εξουσία, η οποία, ακριβώς λόγω της δημοκρατικής της βάσης, νομιμοποιείται να καθορίζει με κανόνες δικαίου τον δημόσιο σκοπό, ο οποίος συνθέτει τον πυρήνα του Δημόσιου Συμφέροντος.  Και ο οποίος, λόγω της ως άνω δημοκρατικής του νομιμοποίησης, αφενός «ανήκει» σε όλους τους πολίτες, αφού προέρχεται, εν τέλει, από την θεσμικώς εκπεφρασμένη βούλησή τους, αμέσως ή εμμέσως.  Και, αφετέρου και κατά λογική ακολουθία, καθιστά τους πολίτες υποχρέους ως προς την επίτευξή του, προς όφελος του πολιτειακώς οργανωμένου κοινωνικού συνόλου.

β) Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι υπό τ’ ανωτέρω σύγχρονα χαρακτηριστικά του, το Δημόσιο Συμφέρον προέρχεται από τον, ρωμαϊκής καταγωγής, θεσμό της «Res Publica».  Ο οποίος μάλιστα αναδείχθηκε, στο πλαίσιο του ρωμαϊκού δικαίου, κατά μετεξέλιξη  -σ’ επίπεδο πολιτειακής οργάνωσης, γεγονός που επιτείνει την διαφοροποίησή του από το ως άνω, ελληνικής καταγωγής, «γενικό συμφέρον», το οποίο ουδέποτε συνδέθηκε ευθέως με τον «δήμο»-  του, επίσης ρωμαϊκής προέλευσης, θεσμού της «Res Populi».  Τούτο συνάγεται ευχερώς ιδίως από την κλασική, πολιτική και νομική, ανάλυση του Κικέρωνος (βλ. π.χ. De Re Publica, I, XXV, 19).

β1) Κατά τον Κικέρωνα, ως «Res Publica» νοείται η κοινή επιδίωξη των πολιτών  -ήτοι των εχόντων την «Civitas Romana»- στο πλαίσιο της οποίας καθένας:  Πρώτον, συμβάλλει ευθέως, δια της δημοκρατικής οδού, στον προσδιορισμό του αντίστοιχου δημόσιου σκοπού.  Εξ ου και είναι οιονεί «ιδιοκτήτης» του, πράγμα που δικαιολογεί την προσφυγή στον όρο «res», ο οποίος παραπέμπει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας.  Δεύτερον, είναι βεβαίως φορέας των δικαιωμάτων που παράγονται από την εκπλήρωση του δημόσιου σκοπού, πλην όμως υποχρεούται, αυτοθρόως, ν’ αναγνωρίζει και να σέβεται, στο ακέραιο, τα δικαιώματα όλων των άλλων πολιτών, οι οποίοι συνέβαλαν εξ ίσου στον προσδιορισμό αυτού του δημόσιου σκοπού.  Κάπως έτσι εξηγείται η κατά το ρωμαϊκό δίκαιο υποχρέωση αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, όπως περιγράφεται, με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο, από τον Τίτο Λίβιο και με την μορφή της «Caritas Rei Publicae», στο έργο του «Ab Urbe Condita».  Τρίτον  -και συνακόλουθα-  αυτό το αμάλγαμα επιδίωξης δημόσιου σκοπού, υπό όρους συνδυασμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορεί να καταστεί πράξη μόνο με βάση το κατάλληλο θεσμικό υπόστρωμα.  Αφού μόνο το υπόστρωμα τούτο είναι σε θέση να διασφαλίσει, με τις απαιτούμενες εγγυήσεις καταναγκασμού -θεσμικής πάντοτε προέλευσης- την επέλευση των αναγκαίων κανονιστικών επιπτώσεων του κατά τ’ ανωτέρω αμαλγάματος.  Κατά συνέπεια, το ως άνω θεσμικό  υπόστρωμα πρέπει να στηρίζεται σε κανόνες δικαίου κανονιστικού περιεχομένου, ήτοι κανόνες δικαίου με γενικό και απρόσωπο χαρακτήρα.

β2) Και είναι ακριβώς αυτοί οι κανόνες δικαίου, πάνω στους οποίους θεμελιώνονται η έννοια και η ουσία της, βασικής για την υπόσταση της «Res Publica», «Juris Consensus».  Και τούτο, διότι η τελευταία υποδηλώνει την σημασία της κοινωνίας των πολιτών ως προς την εμπέδωση του εφαρμοστέου δικαίου για την επιδίωξη του Δημόσιου Συμφέροντος.  Μάλιστα δε ανεξάρτητα από το ποιό είναι το πολιτειακό εκείνο όργανο, το οποίο θεσπίζει το δίκαιο αυτό, άρα και την ωφέλεια («Utilitas») που συνιστά τον πυρήνα της «Res Publica».  Γι’ αυτό, και σε τελική ανάλυση κατά τον Κικέρωνα, ο «λαός» οργανώνεται, κατ’ αποτέλεσμα, ως η κοινωνία η οποία έχει συναντίληψη όχι ως προς μιαν αφηρημένη σύλληψη της κοινής ωφέλειας. Αλλά ως προς μιαν, άκρως συγκεκριμένη, πεποίθηση για το κανονιστικό πλαίσιο που προσδιορίζει την ωφέλεια αυτή.

2.  Υπό την κλασική του έννοια, το Δημόσιο Συμφέρον έχει, μεταξύ άλλων, τα εξής κύρια χαρακτηριστικά:

α) Διαμορφώνεται, ως προς το ειδικότερο περιεχόμενό του, από τον κατά περίπτωση δημόσιο σκοπό που οφείλει, στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας, να επιδιώξει το εκάστοτε αρμόδιο κρατικό όργανο.  Όπου ως δημόσιος σκοπός νοείται ο στόχος, που οφείλει να επιτύχει το όργανο τούτο, πάντοτε προς όφελος του κοινωνικού συνόλου -εξ ου και η διαφορά του από τον «ιδιωτικό σκοπό» και την ατομική του θεσμική ιδιοσυγκρασία, η οποία κυριαρχεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου- και πάντοτε υπό τις προϋποθέσεις της αρχής της νομιμότητας, ως προς τον καθορισμό του περιεχομένου αυτού του στόχου.

β) Συνιστά, κατ’ ουσίαν, ωφέλεια υπέρ του in concreto υποκειμένου, όπως τούτο προσδιορίζεται και νομιμοποιείται από τον κανόνα δικαίου που το διέπει, καθορίζοντας, κατά βάση, τον σκοπό τον οποίο η ωφέλεια αυτή υπηρετεί.

γ) Άρα, υποκείμενό  του και φορέας του είναι από την μια πλευρά το, lato sensu, Δημόσιο, αφού ο προσανατολισμός της δράσης του καθορίζεται από το in concretoΔημόσιο Συμφέρον.  Αλλά, περαιτέρω, και οι πολίτες εκείνοι που συνέβαλαν, αμέσως ή εμμέσως μέσω της θεσμοθετημένης δημοκρατικής διαδικασίας, στην διαμόρφωσή του.

δ) Κατά λογική ακολουθία -και σε τελική ανάλυση- το πεδίο πραγμάτωσης του Δημόσιου Συμφέροντος οριοθετείται τόσον από τους φορείς των δικαιωμάτων εκείνων, τα οποία θεμελιώνει το οικείο Δημόσιο Συμφέρον.  Όσο και από την, σύμφωνα με τα δικαιώματα αυτά, ελευθερία προστασίας της αξίας του Ανθρώπου και  ανάπτυξης της προσωπικότητάς του αλλά και από την, εξίσου σύμφυτη με τα ως άνω δικαιώματα, παρεμβατική δραστηριότητα του Κράτους για την στοιχειώδη εγγύηση σεβασμού της στην πράξη.

3. Επειδή, κατά την φύση του, το Δημόσιο Συμφέρον συγκεκριμενοποιείται από τις διατάξεις που συνθέτουν την θεσμική φυσιογνωμία του:

α) Εξ ορισμού συνιστά έννοια νομική.

β) Πλην όμως έννοια νομικώς αόριστη.  Γεγονός που μεταθέτει την συγκεκριμενοποίησή της από την μια πλευρά στο διοικητικό όργανο, το οποίο έχει την αρμοδιότητα υπηρέτησής του.  Και, από την άλλη πλευρά, συνήθως στον αρμόδιο διοικητικό δικαστή, ο οποίος έχει την δικαιοδοσία δικονομικής επαλήθευσης του νομικού συλλογισμού του διοικητικού οργάνου.

4.  Το ως άνω Δημόσιο Συμφέρον, επίσης κατά την φύση του, ουδέποτε μπορεί να ταυτισθεί με το ταμειακό δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή το συμφέρον εκείνο του Δημοσίου, το οποίο εξαντλείται στην απλή εξασφάλιση πόρων υπέρ τούτου.  Αφού οι πόροι αυτοί, εξ ορισμού, δεν νοούνται αυτοτελώς, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το πραγματικό Δημόσιο Συμφέρον που υπηρετούν, όπως τούτο προσδιορίζεται από τις οικείες διατάξεις, οι οποίες όμως ουδόλως μπορούν να εκφράζουν μιαν αμιγώς οικονομική λογική.  Κλασικό παράδειγμα μιας τέτοιας μετάπτωσης του ταμειακού συμφέροντος σε Δημόσιο Συμφέρον συνιστά ο Προϋπολογισμός.   Στο πλαίσιο του οποίου, τα ποσά των εσόδων συνδέονται ρητώς με τον σκοπό που πρέπει να χρηματοδοτήσουν κατά την εκτέλεσή του, υπό τους κατ’ ιδίαν όρους του.  Κατά τούτο λοιπόν η, άμεση ή έμμεση, μετάλλαξη του γνήσιου Δημόσιου Συμφέροντος σε ταμειακό, συνιστά αλλοίωση του πυρήνα του και, συνακόλουθα, της θεσμικής και οικονομικής του φύσης.

α) Και όμως, πολλά είναι εκείνα τα «δείγματα γραφής», τα οποία αποδεικνύουν ότι το κατά τ’ ανωτέρω Δημόσιο Συμφέρον έχει χάσει, εν πολλοίς, την κλασσική του θεσμική και πολιτική φυσιογνωμία, αφού έχει διευρυνθεί επικινδύνως, με την έννοια ότι στον ίδιο τον πυρήνα του κατατάσσεται πλέον και το λεγόμενο «ταμειακό συμφέρον».  Με άλλες λέξεις η σώρευση χρήματος από τα, lato sensu, κρατικά όργανα για την επιδίωξη συγκεκριμένων μορφών Δημόσιου Συμφέροντος.  Υπό τα δεδομένα αυτά το «ταμειακό συμφέρον», το οποία στα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσε απλώς και μόνον δευτερογενώς, συγκεκριμένα δε ως μέσο εξυπηρέτησης του «γνήσιου» Δημόσιου Συμφέροντος, αποκτά πρωτογενή θεσμική οντότητα, αφού φθάνει να θεωρείται ως πρωταρχικός στόχος, δίχως την επίτευξη του οποίου καθίσταται, στην πράξη, ουσιαστικώς ανέφικτη η επιδίωξη των επιμέρους μορφών του «γνήσιου» Δημόσιου Συμφέροντος.  Καθίσταται, λοιπόν, καταφανές ότι και αυτή η μετάλλαξη του Δημόσιου Συμφέροντος αποτελεί μιαν επιμέρους πτυχή της κατά τ’ ανωτέρω επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού».

β) Το, υπό τα ως άνω δεδομένα, μεταλλαγμένο Δημόσιο Συμφέρον απαντάται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα.

β1) Πριν απ’ όλα απαντάται στα κράτη εκείνα -όπως η Ελλάδα μέχρι πρότινος- τα οποία τελούν υπό εποπτεία αυστηρών μνημονιακών προγραμμάτων.  Στα κράτη αυτά η αναγκαστική επίτευξη συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων, και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αναβαθμίζει το δημοσιονομικό Δημόσιο Συμφέρον σε τέτοιο  βαθμό, ώστε το καθιστά πρωτεύον σε σχέση με το κλασικό «γνήσιο» Δημόσιο Συμφέρον.

β2) Τούτο όμως δεν απαντάται μόνον στο πλαίσιο της in concreto κρατικής δράσης.  Μπορεί εύκολα ν’ ανιχνεύσει κανείς μια τέτοια μετάλλαξη του, lato sensu, Δημόσιου Συμφέροντος τόσο σ’ ευρωπαϊκό όσο και σε διεθνές επίπεδο.  Έτσι π.χ.:

• Σ’ ευρωπαϊκό επίπεδο, η αναβάθμιση του δημοσιονομικού Δημόσιου Συμφέροντος εμφανίζεται ως, οιονεί φυσική, απόρροια της δημιουργίας του ESM («European Stabillity Mechanism»), ήτοι του οργάνου στήριξης των κρατών-μελών που βρίσκονται σε οικονομική δυσχέρεια.  Και δη ως οργάνου που πρέπει να μετεξελιχθεί σε ένα είδος Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου.

• Τέλος, σε διεθνές επίπεδο, μια τέτοια αναβάθμιση του δημοσιονομικού Δημόσιου Συμφέροντος -άρα και η αντίστοιχη επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού»- εμφανίζεται ως, επίσης οιονεί φυσική, απόρροια του ολοένα και ενδυναμούμενου ρόλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο υπήρξε, άλλωστε, ως σήμερα ο κύριος «παραγωγός» των προαναφερόμενων αυστηρών μνημονιακών προγραμμάτων.

ΙΙΙ. Η επικυριαρχία του «οικονομικού» επί του «θεσμικού στο πλαίσιο της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

Όπως ήδη επισημάνθηκε, η μέσω της αποδυνάμωσης του κανόνα δικαίου, της αρχής της νομιμότητας και, εν τέλει, αυτού τούτου του Κράτους Δικαίου εμφάνιση ενός είδους επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού» δεν απαντάται μόνο στις έννομες τάξεις των επιμέρους κρατών, αφού ευκρινή δείγματά της ανιχνεύονται και «extra muros».  Συγκεκριμένα δε τόσο στο πλαίσιο της Διεθνούς όσο και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.  Και τέτοια δείγματα είναι, κυρίως, εκείνα τα οποία αναδεικνύουν είτε την μείωση της κανονιστικής δύναμης των κανόνων δικαίου, οι οποίοι συνθέτουν τις έννομες αυτές τάξεις.  Είτε, ακόμη χειρότερα, την υποχώρηση των θεσμών που οργανώνουν οι ως άνω έννομες τάξεις, υπέρ οντοτήτων οι οποίες αναδύονται μέσα από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, με άναρχο θεσμικώς τρόπο και δίχως ίχνος δημοκρατικής νομιμοποίησης, άμεσης ή ακόμη και έμμεσης.

Α. Το πεδίο του Διεθνούς Δικαίου.

Η επιρροή της θεσμικώς ανεξέλεγκτης οικονομικής παγκοσμιοποίησης στο θεσμικό υπόβαθρο των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου εκτείνεται στο σύνολό του. Άρα τόσο στον τομέα των γραπτών κανόνων δικαίου όσο και σ’ εκείνον, ο οποίος συντίθεται από τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

1. Αυτή η οικονομική παγκοσμιοποίηση επιδρά αρνητικώς στην κανονιστική εμβέλεια των γραπτών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, πρωτίστως μέσ’ από τις συνεχείς αλλαγές τους, προκειμένου να «προσαρμοσθούν» στις απαιτήσεις ιδίως των πρωτεϊκών μεταβολών και οβιδιακών μεταμορφώσεων του πλήρως παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

α) Πέραν όμως τούτου, ιδιαίτερα διαβρωτικός για την κανονιστική εμβέλεια των γραπτών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου είναι ο «εμπλουτισμός» τους με «συγγενείς» κανόνες δικαίου, που εξυπηρετούν αποκλειστικώς το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι οποίοι θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί κανόνες». Το ασθενές κανονιστικό σημείο τους έγκειται, τουλάχιστον κατά βάση, στο ότι δεν εκπορεύονται, ως προς τη γέννησή τους, από ένα θεσμοθετημένο κατά το Διεθνές Δίκαιο κέντρο. A fortiori, δεν υφίσταται αντίστοιχο κέντρο εγγύησης της διασυνοριακής εφαρμογής τους. Κλασικό παράδειγμα τέτοιων κανόνων διεθνούς εφαρμογής, που τελούν σε διασύνδεση με τους παραδοσιακούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, αποτελούν οι αναδυόμενοι «Διεθνείς Λογιστικοί Κανόνες» («International Financial Reporting Standards» «IFRS»), μέσω των οποίων δημιουργούνται νέα διεθνή λογιστικά κριτήρια, προκειμένου να εξυπηρετούν την σταδιακή ενοποίηση του χρηματοπιστωτικού κλάδου. Μάλιστα, εξίσου αδιευκρίνιστης θεσμικής προέλευσης είναι και το «Διεθνές Σύστημα Ορκωτών Λογιστών» («IFRS Foundation»), το οποίο συντίθεται από εξειδικευμένα στελέχη, εκπαιδευμένα στην μεταχείριση των αντίστοιχων διεθνών λογιστικών κριτηρίων.

β) Οι επιπτώσεις της ως άνω οικονομικής παγκοσμιοποίησης στο πεδίο των γραπτών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου συνεπάγονται και την εξής, συνακόλουθη, αρνητική συνέπεια: Καθιστούν ακόμη πιο αδύναμο για την κανονιστική τους εμβέλεια το παραδοσιακό «μαλακό υπογάστριό» τους. Ήτοι το πεδίο αποτελεσματικών κυρωτικών μηχανισμών, οι οποίοι θα μπορούσαν να εγγυηθούν την εφαρμογή τους ως πραγματικών leges perfectae.

2. Κατά λογική ακολουθία, η ρευστότητα ως προς το κανονιστικό πλαίσιο των γραπτών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου επιδρά ευθέως και στον τομέα παραγωγής των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, στους οποίους παραπέμπουν π.χ. οι διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, εξομοιώνοντάς τους με τους λοιπούς κανόνες του διεθνούς δικαίου.

α) Οι κανόνες αυτοί αντιστοιχούν στις κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης «γενικές αρχές του δικαίου που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα κράτη» («The General Principles of Law Recognized by Civilized Nations»). Πρόκειται για κανόνες δικαίου που διέπουν ένα γενικώς παραδεδεγμένο ζήτημα, δηλαδή ζήτημα το οποίο γίνεται αποδεκτό από την πλειονότητα των υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου και η ρύθμισή του από τους αντίστοιχους κανόνες δεσμεύει και κράτη, που δεν έχουν προσχωρήσει στις συνθήκες, οι οποίες θεσπίζουν τους κανόνες αυτούς.

β)  Από τ’ ανωτέρω δεδομένα προκύπτει ότι η ουσιαστική sedes materiae δημιουργίας των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου είναι το σταθερό, από πλευράς κανονιστικής ρύθμισης, υπόβαθρο, πάνω στο οποίο επιστηρίζεται -πάντοτε στο πλαίσιο του συσχετισμού υποδομής-εποικοδομήματος-η όλη παραγωγή των γραπτών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Κατά συνέπεια, όσο πιο ρευστό είναι το «έδαφος» παραγωγής των κανόνων αυτών, τόσο περισσότερο δυσχερής καθίσταται, από πλευράς προϋποθέσεων, η γέννηση γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Κατά τούτο, λοιπόν, δεν πρέπει να θεωρείται συμπτωματικό το γεγονός ότι οι τελευταίοι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι έχουν θεωρηθεί, κατά τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, πως συνθέτουν γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες Διεθνούς Δικαίου με θεσμική δύναμη erga omnes -ήτοι ανεξάρτητα από τα κράτη που έχουν κυρώσει τις αντίστοιχες διεθνείς συμβάσεις- είναι, ουσιαστικά, εκείνοι οι οποίοι εντάσσονται στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας, όπως τούτο κωδικοποιήθηκε με την Συνθήκη του Montego Bay, του 1982.

B. Το πεδίο του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό, ως προς την καθοριστική επιρροή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης στην σχετικοποίηση -ως και ουσιαστική αδρανοποίηση- της κανονιστικής εμβέλειας των κανόνων δικαίου, είναι το παράδειγμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ιδίως δε εκείνου το οποίο διέπει, μέσ’ από τις ιδιομορφίες αλλά και τις στρεβλώσεις που προκύπτουν στο πλαίσιο της αντίστοιχης νομισματικής πολιτικής, την Ευρωζώνη. Πριν από κάθε άλλη ανάλυση, πρέπει να τονισθεί ότι αυτή την εξέλιξη προοιωνίσθηκε η περιπέτεια του λεγόμενου «Ευρωσυντάγματος». Ενώ, περαιτέρω, την σχετικοποίηση της κανονιστικής εμβέλειας του ευρωπαϊκού θεσμικού κεκτημένου επιτείνει η ωμή παραβίασή του, με συγκεκριμένα παραδείγματα που, δυστυχώς, αναδεικνύονται πρωτίστως σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης, τα οποία τελούν υπό καθεστώς εποπτείας μνημονιακών προγραμμάτων.

1. Η εκκίνηση του 21ου αιώνα βρήκε την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει βήματα προς τα πίσω, σε σχέση με την προοπτική σταδιακής ενοποίησής της, οιονεί «ναρκωμένη» από την οικονομική δυναμική της Ευρωζώνης.

α)  Η κατά γενναίες δόσεις διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνοδεύθηκε από την αναγκαία θωράκισή της με τους κατάλληλους συνεκτικούς θεσμικούς αρμούς.

α1) Οι νέοι θεσμοί, που στο μεταξύ είδαν το φως εντός τόσο του πρωτογενούς όσο και του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου, αφορούν κυρίως τον οικονομικό τομέα και, κατά λογική συνέπεια, την διαμόρφωση του αντίστοιχου οικονομικού ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ακόμη δε και αυτή η, οικονομικής υφής, θεσμική μετεξέλιξη ήταν έργο ιδίως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Eurogroup και του Ecofin, με την λογική του «αυτός έφα». Δηλαδή χωρίς ουσιαστική συμμετοχή οργάνων με πιο άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως είναι πρωτίστως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

α2) Η οιονεί «ολιγαρχική» διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, στερεί την πολιτική της από το αναγκαίο δημοκρατικό-νομιμοποιητικό φίλτρο «κάθαρσής» της ως προς αναπόφευκτα σφάλματα και μοιραίες αυθαιρεσίες. Τόσον a priori, δηλαδή πριν τη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Όσο και a posteriori, όταν θα έπρεπε ν’ ασκείται ένας στοιχειώδης, επίσης δημοκρατικός, έλεγχος από όργανα, τα οποία διαθέτουν ανάλογη νομιμοποίηση. Υπ’ αυτή την έννοια, η αβελτηρία των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών εμφανίζεται με την μορφή του παράλογου πρωθύστερου, που επιχειρεί να υπερυψώσει το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα χωρίς θεσμούς ταυτόχρονης δημοκρατικής ενίσχυσης των θεμελίων και των αντηρίδων του. Εξ ού και το δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο συνιστά, εδώ και χρόνια, πραγματικό υπονομευτικό κίνδυνο της όλης Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εξοχήν την ώρα της κρίσιμης μάχης που δίνει στους ταραγμένους καιρούς μας.

β) Άλλο δείγμα αβελτηρίας, προς την κατεύθυνση της συντήρησης του δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχει η ημιτελής αλλά και ατελής ως τώρα «θεσμική συμφωνία» του, κατ’ ευφημισμόν, «Ευρωσυντάγματος». «Κατ’ ευφημισμόν» διότι είναι προφανές πως δεν πρόκειται περί «Συντάγματος», με την κλασική του όρου έννοια, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί, σχεδόν ενιαίως, στο πλαίσιο της συνταγματικής παράδοσης των κρατών-μελών της. Πήρε τ’ όνομα εξαιτίας ενός ιδιότυπου θεσμικού μεγαλοϊδεατισμού των εμπνευστών του. Με τούτο δεν υποτιμάται, το αντίθετο μάλιστα, το σημαντικό -σ’ επίπεδο θεσμών και όχι μόνο-βήμα το οποίο επιχείρησε το «Ευρωσύνταγμα», προς την κατεύθυνση της μετεξέλιξης και του αναγκαίου εκσυγχρονισμού των Ευρωπαϊκών Θεσμών.

β1) Το ότι συνιστούσε ουσιαστική τονωτική ένεση στα τόσο ισχνά θεσμικά θεμέλια του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος και, κατά λογική ακολουθία, μπορούσε έτσι να μειώσει, επίσης ουσιωδώς, το παρατηρούμενο ευρωπαϊκό δημοκρατικό έλλειμμα, είναι από αποδεδειγμένο ως αυτονόητο. Πάντως δεν επρόκειτο περί «Συντάγματος». Και η αντίρρηση γίνεται, με την πάροδο του χρόνου, τόσο περισσότερο πρόδηλη ως προς την ορθότητά της όσο, καθώς έδειξαν τα πράγματα, η ονομασία «Ευρωσύνταγμα» -φυσικά μεταξύ άλλων αιτίων- λειτούργησε ανασταλτικά, τουλάχιστον σε ορισμένους Ευρωπαϊκούς Λαούς, που κλήθηκαν, με την διαδικασία του δημοψηφίσματος, να το επικυρώσουν.

β2) Το παράδειγμα της Γαλλίας είναι ιδιαιτέρως αντιπροσωπευτικό για να βεβαιώσει του λόγου το ασφαλές: Ελαυνόμενοι από έναν ατυχή τίτλο, ο οποίος απέδιδε συνταγματικά χαρακτηριστικά σε μια προσπάθεια απλής ενοποίησης και, ταυτοχρόνως, αναγκαίας μετεξέλιξης του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, οι πολίτες κρατών-μελών που είχαν, εδώ και εκατονταετίες, γαλουχηθεί με τα ιδεώδη μιας παράδοσης η οποία θέλει -και ορθώς- το Σύνταγμα κορυφαίο θεματοφύλακα της ελευθερίας τους και της εθνικής κυριαρχίας τους, αντέδρασαν αναλόγως. Έτσι ψήφισαν κατά του «Ευρωσυντάγματος», με την πεποίθηση -ίσως κατάλληλα οιστρηλατημένη από τους αντιτιθέμενους πολιτικούς φορείς-ότι ένα τέτοιο θεσμικό εγχείρημα γκρεμίζει πρόωρα τα εθνικά τείχη θωράκισης της ελευθερίας τους και της κυριαρχίας τους. Όμως, για να είναι κανείς δίκαιος με τα ευρωπαϊκά πράγματα, δεν ήταν μόνον ο τίτλος που ακύρωσε την, μέσω του «Ευρωσυντάγματος», προσπάθεια μείωσης του ευρωπαϊκού δημοκρατικού ελλείμματος.

β3) Οι πολίτες των κρατών-μελών που αντέδρασαν αρνητικά αποφάσισαν, δυστυχώς, και υπό το κράτος ενός υπερβολικού σκεπτικισμού ως προς το μέλλον της ευρωπαϊκής ενοποίησης γενικότερα. Σε καιρούς χαλεπούς βεβαίως, δεν θέλησαν να πάρουν το ρίσκο -αμελητέο άλλωστε- που τους αναλογεί ως προς το θεσμικό μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προτίμησαν ν’ αποφανθούν περισσότερο με την ψευδαίσθηση της εσωτερικής ασφάλειας και όχι με την διάθεση οικοδόμησης ενός πραγματικού status Ευρωπαίου Πολίτη. Κάπως έτσι περιχαράκωσαν, επιπλέον, πεισματικώς τις έννομες τάξεις τους σ’ ένα είδος splendid isolation, χωρίς ν’ αποκομίσουν κάποιο σοβαρό εθνικό όφελος.

2. Το μέγεθος της θεσμικής διάβρωσης -με την έννοια της προμνημονευόμενης σχετικοποίησης- του Ευρωπαϊκού Δικαίου αναδεικνύεται κυρίως αφενός μέσ’ από τις διαρκείς μεταβολές των κανόνων του. Και, αφετέρου, μέσ’ από τη διαμόρφωση καινοφανών θεσμών, οι οποίοι εκπορεύονται όχι από την ανάγκη εφαρμογής προϋφιστάμενων κανόνων δικαίου, αλλ’ από τη βίαιη «παρέμβαση» των οικονομικών δεδομένων στο θεσμικό εποικοδόμημα. Πράγμα που συνεπάγεται το, πρωτόγνωρο θεσμικώς, φαινόμενο της προηγούμενης δημιουργίας ευρωπαϊκών διοικητικών θεσμών και της ύστερης εμπέδωσης κανόνων λειτουργίας τους.

α)  Οι αέναες μεταβολές των κανόνων του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου αφορούν τόσο το πρωτογενές όσο και, κυρίως, το παράγωγο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

α1) Όπως είναι γνωστό, το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο συντίθεται από τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι περιέχονται στις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στους τροποποιητικούς των συνθηκών αυτών κανόνες δικαίου που θεσμοθετήθηκαν με τις Συνθήκες: Του Μάαστριχτ (7.2.1992), η οποία έθεσε τις βάσεις της μελλοντικής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ), του Άμστερνταμ (17.6.1997), η οποία διαμόρφωσε τους θεσμούς της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), της Νίκαιας (26.2.2001), με την οποία μεταρρυθμίσθηκε η θεσμική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να προσαρμοσθεί στη διεύρυνση προς Ανατολάς και της Λισαβόνας (13.12.2008), η οποία υποκατέστησε το θνησιγενές «Ευρωσύνταγμα» και δημιούργησε τους νέους θεσμούς ευρωπαϊκής διακυβέρνησης (π.χ. τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον αρμόδιο για θέματα εξωτερικής πολιτικής και, ιδίως, το δικαίωμα ενός κράτους-μέλους ν’ αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Οι τροποποιήσεις του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου πολλαπλασιάσθηκαν λοιπόν, με καταιγιστικό ρυθμό, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και επέκεινα, υπό την καθοριστική επιρροή των οικονομικών δεδομένων της εποχής. Ιδίως δε των δεδομένων που προέκυψαν από τον, σχεδόν μονοδρομικό, οικονομικό -και, ακριβέστερα, νομισματικό- προσανατολισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και από την ευθεία εμπλοκή της στο πλήρως παγκοσμιοποιημένο και διαρκώς μεταβαλλόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα και περιβάλλον.

α2) Όμως, το «προνομιακό» πεδίο όπου οι επιταγές της οικονομικής πραγματικότητας επιδρούν οιονεί κυριαρχικώς στην διαμόρφωση και, ιδίως, μετάλλαξη του ευρωπαϊκού θεσμικού κεκτημένου εντοπίζεται στον χώρο του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου. Δηλαδή στον χώρο εκείνο, εντός του οποίου η διαμόρφωση κανόνων δικαίου, πάντα στο πλαίσιο του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, εκπορεύεται είτε από τη σύμπραξη Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου είτε, ευθέως, αφενός από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και, αφετέρου, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για κανόνες δικαίου οι οποίοι εμπεριέχονται, κατά κύριο λόγο, σε:

• Κανονισμούς.

• Οδηγίες.

• Και Αποφάσεις, οι οποίες έχουν ως αποδέκτες από την μια πλευρά συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κράτη-μέλη και, από την άλλη πλευρά, συγκεκριμένες κατηγορίες φυσικών ή νομικών προσώπων.

α3) Μια απλή στατιστική διαχρονική απεικόνιση της πορείας διαμόρφωσης των κανόνων του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου αρκεί για να καταδείξει ότι μετά την δεκαετία του ’90 οι κανόνες αυτοί όχι μόνο πολλαπλασιάσθηκαν γεωμετρικώς αλλά και μεταλλάχθηκαν κανονιστικώς, ακολουθώντας πειθήνια τις επιταγές της οικονομικής, κατά κυριολεξία δε της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής, «αναγκαιότητας». Πριν απ’ όλα ο ως άνω προσανατολισμός είχε ως συνέπεια την αλματώδη αύξηση του αριθμού -άρα και της αντίστοιχης μεταβολής του περιεχομένου- των Κανονισμών, Οδηγιών και Αποφάσεων. Χωρίς δε ν’ απέχει κανείς από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι οι πηγές της ευρωπαϊκής κανονιστικής κοσμογονίας εντοπίζονται: Στα «Κριτήρια της Κοπεγχάγης» (1993), που αποσαφήνισαν τους γενικούς στόχους της Συνθήκης του Μάαστριχτ και στο «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης» (1997). Το Σύμφωνο αυτό, μεταξύ άλλων, «κωδικοποίησε» τους όρους δημοσιονομικής πειθαρχίας -έλλειμμα κάτω από 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος κάτω από 60% του ΑΕΠ- που όφειλαν ν’ ακολουθούν τα κράτη-μέλη μετά τον χρόνο εισαγωγής του ευρώ. Διευκρινίζεται ότι το ως άνω Σύμφωνο συνθέτουν τρεις θεσμικές οντότητες. Ήτοι:

• Το ψήφισμα της 17.6.1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για την σταθερότητα και την ανάπτυξη.

• Ο Κανονισμός αρ. 1466/1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 7.7.1997, ο οποίος αφορά την ενδυνάμωση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών.

• Ο Κανονισμός αρ. 1467/1997 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, επίσης της 7.7.1997, ο οποίος αφορά την επιτάχυνση και διασαφήνιση εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος.

• Περαιτέρω, η «Στρατηγική της Λισαβόνας» (2000) προσδιόρισε τις βάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής στον ειδικότερο τομέα του ανταγωνισμού.

β) Όπως ήδη τονίσθηκε, οι ως άνω -αμιγώς οικονομικής προέλευσης- μεταβολές στο επίπεδο της κανονιστικής εμβέλειας των κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου επέφεραν την γέννηση και νέων θεσμών. Θεσμών οι οποίοι αναδεικνύουν, ακριβώς λόγω του τρόπου δημιουργίας τους, και την εξής αντίφαση: Οι θεσμοί αυτοί, υπό την μονοδρομική, σχεδόν, επιρροή της οικονομικής πραγματικότητας και μόνο, δημιουργούνται πριν από την ολοκληρωμένη θεσμοθέτηση των κανόνων δικαίου, των οποίων την εφαρμογή στην πράξη καλούνται να εγγυηθούν. Η δραματική ελληνική εμπειρία, την άνοιξη του 2010, όταν η «αιφνιδιασμένη» Ευρωπαϊκή Ένωση κλήθηκε ν’ αντιμετωπίσει την συνολική κρίση της Ελληνικής Οικονομίας λόγω της αιφνίδιας μετατροπής μιας -απολύτως διαχειρίσιμης ως τα τέλη του 2009- κρίσης δημοσιονομικού ελλείμματος σε κρίση δημόσιου δανεισμού, αρκεί για να περιγράψει την δημιουργία τέτοιων θεσμών. Ας σημειωθεί, ότι πρόκειται για θεσμούς οι οποίοι, μέσ’ από την πρόχειρη δημιουργία τους που, μοιραία, συνεπάγεται την αβεβαιότητα του μέλλοντός τους, φέρνουν στο φως και το πρωτόγνωρο βάθος του γενικότερου δημοκρατικού ελλείμματος της όλης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρκεί η απαρίθμηση ορισμένων από τους θεσμούς αυτούς, μαζί με τον, τουλάχιστον αρχικώς, αντίστοιχο προβληματισμό -ακριβώς λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα τους- ως προς τη νομική τους φύση:

β1) Ο «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης» («European Financial Stabilization Mechanism» – «EFSM») οργανώθηκε ως ένα προσωρινό πρόγραμμα χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης, το οποίο βασίσθηκε σε αντλούμενα κεφάλαια από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το πρόγραμμα κατοχυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χρησιμοποιώντας τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εγγύηση. Λειτούργησε υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποσκοπώντας στην διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τα κράτη-μέλη της που βρίσκονται σε οικονομική δυσκολία, και πάντα με a priori επιβαλλόμενη πολιτική υπό όρους «Μνημονίου». Το ταμείο υποστηρίχθηκε από τα 27 μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είχε, στην αρχή, την εξουσιοδότηση ν’ αυξηθεί έως και 60 δισ. ευρώ.

β2) Αμέσως όμως όταν έγινε αντιληπτό ότι η Ελλάδα δεν αποτελούσε «μεμονωμένο» σύμπτωμα της οικονομικής κρίσης -συγκεκριμένα δε όταν κατέστη σαφές ότι εκτός της Ελλάδας σε παρόμοια θέση θα μπορούσαν να βρεθούν π.χ. η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία- δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή και ειδικότερη οντότητα στο, lato sensu, πλαίσιο του «EFSM». Ήτοι το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας» («European Financial Stability Facility»-«EFSF»), στο οποίο συνέβαλε και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το οποίο, σε μια μονιμότερη και ευρύτερη βάση, θα μπορούσε να δανείζεται από τις «αγορές» μ’ εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο, ώστε στην συνέχεια να δανείζει χρήματα στις χώρες εκείνες, που δεν είχαν πλέον πρόσβαση στις «αγορές». Το Ταμείο εξουσιοδοτήθηκε αρχικώς να δανεισθεί έως και 440 δισ. ευρώ. Ποσό εξαιρετικά χαμηλό σε σχέση με τον τότε κίνδυνο των «αγορών». Το «EFSF» δημιουργήθηκε ως ένα όργανο ειδικού σκοπού («Special Purpose Vehicle»-«Φορέας Ειδικού Σκοπού») που συμφωνήθηκε από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 9 Μαΐου 2010, με στόχο την διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας στην Ευρώπη και την παροχή οικονομικής βοήθειας προς τα κράτη της Ευρωζώνης, τα οποία βρίσκονται σε οικονομική δυσκολία. Η επίσημη ημερομηνία ίδρυσής του ήταν η 7η Ιουνίου 2010, ενώ σε πλήρη δράση εισήλθε από τις 4 Αυγούστου 2010. Το Ταμείο εγκαταστάθηκε στην πόλη του Λουξεμβούργου. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων του παρείχε υπηρεσίες διαχείρισης διαθεσίμων και διοικητική υποστήριξη μέσω συμβάσεων σ’ επίπεδο υπηρεσιών. Με βάση αυτό τον σχεδιασμό, αν δεν υπήρχαν οικονομικοί λόγοι για περαιτέρω δραστηριότητα του «EFSF», το Ταμείο θα έπρεπε να κλείσει μετά από τρία χρόνια ζωής. Ήτοι στις 30 Ιουνίου 2013. Σε αντίθετη περίπτωση, ο μηχανισμός θα εξακολουθούσε να υπάρχει έως ότου και η τελευταία υποχρέωσή του να έχει πλήρως εξοφληθεί.

β3) Μετά τον Ιούνιο του 2013, τόσον ο «EFSM» όσο και το «EFSF» ουσιαστικώς αντικαταστάθηκαν από τον «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας» («European Stability Mechanism»-«ESM»). Ο «ESM» οργανώθηκε, με βάση την συμφωνία του Φεβρουαρίου του 2012, ως «μόνιμος» και αμιγώς Ευρωπαϊκός -ήτοι δίχως την παρουσία του ΔΝΤ- μηχανισμός σταθερότητας, έχοντας ως αρχική «προίκα» κεφάλαιο ύψους 700 δισ. ευρώ αλλά κι ένα πρόσθετο κεφάλαιο 80 δισ. ευρώ για επενδύσεις. Ιδρύοντας τον «ESM» είναι φανερό ότι η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκανε αυτό που θα έπρεπε να είχε πράξει από την αρχή, αν δεν υιοθετούσε τότε βεβαίως «επιμηθεϊκή» λογική, με τεράστιες οικονομικές -και όχι μόνον- επιπτώσεις κυρίως ως προς την Ευρωζώνη.

γ) Από θεσμική άποψη, είναι προφανές ότι τόσον ο «EFSM» και το «EFSF» όσο και ο «ESM» συνιστούν νομικά μορφώματα, τα οποία διέπονται αμιγώς από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι αποφάσεις σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας τους. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα μορφώματα αυτά διαθέτουν χωριστή νομική προσωπικότητα. Ενώ το δίκαιο σύστασής τους πρέπει να θεωρηθεί ως επιμέρους τμήμα του πρωτογενούς -και όχι του παράγωγου- ευρωπαϊκού δικαίου.

Επίλογος

Στην προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου της επικυριαρχίας του «οικονομικού» επί του «θεσμικού», λόγω της κρίσης του κανόνα δικαίου -άρα του Κράτους Δικαίου κατ’ ουσίαν- και της φθίνουσας δημοκρατικής νομιμοποίησης των κρατικών οργάνων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, η Έννομη Τάξη μπορεί ν’ αναζητήσει «συμμάχους».

Α.  Ένας πρώτος σύμμαχος θα ήταν, και μάλιστα με πολλές δυνατότητες και αντίστοιχες προσδοκίες ο, lato sensu, Νομοθέτης. Ξεκινώντας από τον Εθνικό Νομοθέτη, που διαθέτει την δύναμη παραγωγής δημοκρατικώς νομιμοποιημένων κανόνων δικαίου, με θεσμικό «εγχειρίδιο» τον τυπικό νόμο και την κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενη, από την Εκτελεστική Εξουσία, κανονιστική διοικητική πράξη. Και φθάνοντας ως την διεθνή, και πάλι υπό την ευρεία του όρου έννοια, Νομοθετική Εξουσία, εντός της οποίας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βεβαίως, αυτή η πρώτη «συμμαχία» δεν έχει αποδώσει ως τώρα τ’ αναμενόμενα.  Ειδικότερα:

1. Ο Εθνικός Νομοθέτης, μολονότι διαθέτει την μεγαλύτερη δυνατή δημοκρατική νομιμοποίηση μέσ’ από την πηγή της Λαϊκής Κυριαρχίας και την δομή της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δεν ανθίσταται, όσο θα μπορούσε στην πραγματικότητα, στην ισχυρή πίεση της «απορρύθμισης». Αντιθέτως μάλιστα, ακόμη και τα σύγχρονα δεδομένα του Εθνικού Νομοθέτη -ιδίως μέσα στην άκρως κρίσιμη συγκυρία της βαθειάς οικονομικής κρίσης, που φέρνει στην επιφάνεια όλους τους κινδύνους πλήρους αποδυνάμωσης του κανόνα δικαίου και της Έννομης Τάξης- οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εξακολουθεί να υποχωρεί υπό το κράτος των πιέσεων αυτών. Και να παραχωρεί, έτσι, περισσότερο έδαφος στις δυνάμεις της «απορρύθμισης», χωρίς τις απαιτούμενες παρεμβάσεις υπεράσπισης των «τειχών» του οχυρού του παραδοσιακού Κράτους Δικαίου. Τούτο αποδεικνύεται κυρίως από το ότι ο Εθνικός Νομοθέτης περισσότερο παράγει κανονιστικώς συμβιβαζόμενος με τις απαιτήσεις του εσωτερικού και του διεθνούς οικονομικού συστήματος.  Και, αντιστρόφως, λιγότερο ανθίσταται, μέσω των κανόνων δικαίου εθνικής προέλευσης, στα ως άνω έξωθεν κελεύσματα, προκειμένου να θωρακίσει τους δημοκρατικούς θεσμούς, στους οποίους μάλιστα οφείλει και την γέννησή του και τη νομιμοποίησή του κατά την αποστολή του. Η στάση αυτή του Εθνικού Νομοθέτη εμφανίζει σημεία επικίνδυνης «κόπωσης» για Έννομες Τάξεις, οι οποίες τελούν σε καθεστώς νομοθέτησης υπό τα δεδομένα των «Μνημονίων» αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Εδώ, πλέον, ο Εθνικός Νομοθέτης χάνει ακόμη και βασικά «δομικά» στοιχεία της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα, κατά την άσκηση της Νομοθετικής Εξουσίας, με την μετατροπή και μετάλλαξη της ευχέρειας αυτής σε δέσμια αρμοδιότητα επίτευξης αμιγώς δημοσιονομικών στόχων μέσω κανόνων δικαίου. Και με μέτρο αποτίμησης της συνταγματικότητάς τους το «δημοσιονομικό δημόσιο συμφέρον».

2. Προς την ίδια, «διστακτική», κατεύθυνση κινείται και ο Νομοθέτης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μάλιστα είτε πρόκειται για το πρωτογενές είτε πρόκειται για το παράγωγο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Συγκεκριμένα -με κορύφωση την πορεία παραγωγής κανόνων δικαίου μετά την δημιουργία του ευρώ και της Ευρωζώνης -ο Ευρωπαίος Νομοθέτης βαδίζει με γνώμονα την οικονομική, ορθότερα δε την αμιγώς νομισματική, ενοποίηση, δίχως να επικεντρώνεται στην θεσμική ενοποίηση του όλου Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, ιδίως μετά την σταδιακή διεύρυνσή του. Και αυτή η «αβδηριτική» του νοοτροπία οδηγεί την ενοποίηση σε βήματα προς τα πίσω, δηλαδή σ’ ένα είδος θεσμικής πορείας με αρνητικό πρόσημο. Αναπότρεπτη συνέπεια είναι η περαιτέρω διεύρυνση του ήδη μεγάλου δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως προς τη νομιμοποίηση των οργάνων παραγωγής κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου αλλά και, συνακόλουθα, ως προς τη νομιμοποίηση αυτών τούτων των κανόνων δικαίου που παράγουν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον είναι προφανές, ότι οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει ο Ευρωπαίος Νομοθέτης υποκύπτουν, πρωτίστως, στις απαιτήσεις της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας και της πορείας του ευρώ στον ταραγμένο ωκεανό της παγκόσμιας οικονομικής και νομισματικής κρίσης. Και πολύ λιγότερο  υπακούουν στις επιταγές θεσμικής ανάταξης της Ευρωπαϊκής Έννομης τάξης και του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου, σύμφωνα με τον προορισμό τους και τον παραδοσιακό πολιτισμικό τους προσανατολισμό, ο οποίος «δείχνει» πάντα προς την κατεύθυνση της δημοκρατικής οργάνωσης του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος και της θωράκισης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ιδίως δε των δικαιωμάτων εκείνων που συνθέτουν το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου.

3. Όσο για τον stricto sensu Διεθνή Νομοθέτη, η συμβολή του στην υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου και του κανόνα δικαίου είναι ακόμη λιγότερο αποτελεσματική. Τούτο οφείλεται, ιδίως, στην εκ γενετής θεσμική «αναπηρία» της Διεθνούς Έννομης Τάξης, της οποίας οι κανόνες είναι, σε ορισμένα κρίσιμα πεδία, σχεδόν leges imperfectae, δοθέντος ότι δεν βρίσκουν πραγματικό κανονιστικό στήριγμα σε οργανωμένους και αποτελεσματικούς κυρωτικούς μηχανισμούς.

Β. Πραγματικός θεσμικός «σύμμαχος» του Κράτους Δικαίου και του κανόνα δικαίου είναι εκείνος, στον οποίο μπορεί -και πρέπει-να επενδυθούν οι βάσιμες προσδοκίες ουσιαστικής και αποτελεσματικής συμπαράστασης. Πρόκειται για τον Δικαστή, μέσ’ από την οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Ίσως το συμπέρασμα αυτό να φαίνεται, prima facie, αντιφατικό, αν αναλογισθεί κανείς αφενός ότι η ευθεία δημοκρατική νομιμοποίηση του Δικαστή υπολείπεται σαφώς εκείνης του Νομοθέτη. Και, αφετέρου, η Δικαστική Εξουσία εν γένει δεν έχει ως τώρα αναπτύξει, μέσα σ’ αυτή τη «σκοτεινή» οικονομική και κοινωνική συγκυρία, όλες τις δυνάμεις αντίστασης, τις οποίες διαθέτει θεσμικώς, έναντι των διαβρωτικών επιθέσεων που υφίσταται ο κανόνας δικαίου, η Έννομη Τάξη και το Κράτος Δικαίου. Αν όμως εμβαθύνει κανείς και στην παράδοση και στα θεσμικά αποθέματα που διαθέτει η Δικαιοσύνη και με τα οποία θωρακίζεται ο Δικαστής, κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας, θ’ αντιληφθεί ότι η αποτελεσματική ενεργοποίησή του προς αυτή την κατεύθυνση είναι περισσότερο πιθανή ή και αναμενόμενη σε σχέση με τις προσδοκίες που αφορούν το Νομοθέτη. Αρκεί να το θελήσει, βεβαίως με την ώθηση της επιστήμης και της ίδιας της κοινωνίας, σε μια κοινή πορεία υπεράσπισης των δημοκρατικών θεσμών.

1. Ο Εθνικός Δικαστής, πρώτος αυτός, είναι σε θέση ν’ αποκαταστήσει την κανονιστική ισχύ του κανόνα δικαίου, της Έννομης Τάξης και του Κράτους Δικαίου. Καταλυτικό συγκριτικό του πλεονέκτημα έναντι του Νομοθέτη είναι η δικαιοδοσία του να ελέγχει την αντισυνταγματικότητα των κάθε είδους, υποδεέστερης του Συντάγματος τυπικής ισχύος, κανόνων δικαίου και ν’ αποτρέπει, έτσι, την εφαρμογή τους. Με τον τρόπο αυτόν έχει την αρμοδιότητα, επιπλέον, να εμπλουτίζει υποστηρικτικώς το συνταγματικό κανονιστικό πλαίσιο και με τους κανόνες δικαίου του διεθνούς κανονιστικού περιγύρου.

2. Με την σειρά του, ο Ευρωπαίος Δικαστής -στην ουσία το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)- μπορεί να συμβάλει καθοριστικώς τόσο στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού θεσμικού κεκτημένου όσο ακόμη και στην κάλυψη του υφιστάμενου δημοκρατικού -οργανωτικού και κανονιστικού- ελλείμματος μέσα στην Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη. Ακόμη και αν η ως σήμερα στάση του μάλλον φαίνεται να συμβαδίζει με την «παθητικότητα» του Ευρωπαίου Νομοθέτη ως προς την υπεράσπιση των ευρωπαϊκών δημοκρατικών θεσμών. Ποτέ δεν είναι αργά. Και για την ακρίβεια, οφείλει να μην οδηγηθεί σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις ως προς το δικαιοδοτικό του κύρος. Μόνο που αυτό προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, κυρίως:

α) Πρώτον, την σύμπλευση του ΔΕΕ με τον Εθνικό Δικαστή στην επιχείρηση προάσπισης των δημοκρατικών θεσμών και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με την έννοια, ότι θα ήταν εντελώς ανεδαφική -ίσως και, τελικώς, καταστροφική- κάθε αντιπαράθεσή τους σ’ έναν στείρο αγώνα επικράτησης του Ευρωπαϊκού έναντι του Εθνικού Δικαίου. Πολλώ μάλλον όταν αυτό είναι κανονιστικώς αδύνατο, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί την σημερινή της «πολιτειακή» δομή. Όλως αντιθέτως, η αρμονική ερμηνευτική συνύπαρξη των Εθνικών Έννομων Τάξεων με την Ευρωπαϊκή, δια των κατάλληλων μεθόδων ερμηνείας του κανόνα δικαίου, θα μπορούσε ν’ αντλήσει απ’ όλο το, lato sensu, ευρωπαϊκό κανονιστικό πεδίο ως και το τελευταίο επιχείρημα υπεράσπισης της, τόσο απαραίτητης όπως καταδείχθηκε, ρυθμιστικής δύναμης του κανόνα δικαίου.

β) Δεύτερον, την ενεργοποίηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κατεύθυνση της συναγωγής συμπληρωματικών γενικών αρχών, οι οποίες έχουν ως αποκλειστικό στόχο την κάλυψη των κενών του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου στο πλαίσιο της προστασίας των Θεμελιωδών  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται, βεβαίως, για γενικές αρχές «θεσμικού χαρακτήρα», που το ΔΕΕ μπορεί να συναγάγει από αυτό τούτο το εν γένει Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ιδίως όμως τέτοιες γενικές αρχές είναι περισσότερο χρήσιμες, όταν συνάγονται, εκ μέρους του ΔΕΕ, από το Διεθνές Δίκαιο και, πρωτίστως, από το «Ευρωπαϊκό Κοινοδίκαιο». Δηλαδή από την κοινή κανονιστική συνισταμένη, η οποία έχει ως ρυθμιστική πηγή το σύστημα όλων των Έννομων Τάξεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μ’ επίκεντρο τους κανόνες της συνταγματικής παράδοσης των κρατών-μελών.

γ) Τρίτον, την εκ μέρους του ΔΕΕ πλήρη αξιοποίηση της κανονιστικής δύναμης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια τέτοια αξιοποίηση πρέπει να τείνει προς δύο, κατά βάση, ερμηνευτικές κατευθύνσεις:

γ1) Η πρώτη αφορά την ερμηνευτική επιλογή, κατά την οποία τα δύο ως άνω, προστατευτικά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κείμενα, φυσικά καθένα με τη νομική του ιδιοσυστασία, ερμηνεύονται ως κατευθυντήριες γραμμές για την όλη εφαρμογή του πρωτογενούς και παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου. Άρα, in dubio, το δίκαιο αυτό ερμηνεύεται και εφαρμόζεται σύμφωνα με τις επιταγές της ΕΣΔΑ και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

γ2) Και η δεύτερη αφορά την ερμηνευτική επιταγή, κατά την οποία τα όσα κανονιστικά κενά εμφανίζουν, ενδεχομένως, τα ως άνω κείμενα καλύπτονται με την, και πάλι in dubio, ερμηνεία υπέρ της πληρότητας και της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

3. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οφείλει, σύμφωνα με τον προορισμό του, να ερμηνεύει και να εφαρμόζει την ΕΣΔΑ όχι μόνο σύμφωνα με τον αρχικό κανονιστικό προορισμό της, δηλαδή ως αυτοτελές πλαίσιο προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αλλά και ως σύστημα κανόνων δικαίου που επηρεάζει, έστω και εμμέσως ακόμη, την Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη ώστε να διασφαλίζει πλήρως τα κάθε είδους Δικαιώματα του Ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών. Τούτο σημαίνει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από την μια πλευρά πρέπει να ερμηνεύει τις διατάξεις της ΕΣΔΑ με τρόπο που αποβαίνει υπέρ της προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και, από την άλλη πλευρά, πρέπει να ερμηνεύει τις διατάξεις αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παράγωγου -βεβαίως όταν και στο μέτρο που έχει σχετική δικαιοδοσία- έτσι ώστε να εφαρμόζονται υπό το πνεύμα της ΕΣΔΑ. Και όχι υπό την επιρροή των αμιγώς οικονομικής και νομισματικής λογικής κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κατ’ εξοχήν δε του παραγώγου.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.