Ξαναγίναμε όλοι κεϊνσιανιστές τώρα

keynes

Ο Νεοφιλελευθερισμός απέτυχε.

Το βρετανικό περιοδικό «Economist» επιχείρησε να αναζητήσει στη θεωρία τις αιτίες των πολυεπίπεδων αλλαγών που συντελούνται παγκοσμίως. Επιχείρησε μιαν αναζήτηση των ιδεών εκείνων που θα συνέβαλαν στην υπέρβαση της μετεξελιγμένης κρίσης και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ανθρώπων απέναντι στα δικά τους μεγάλα επιτεύγματα, με πρώτο την ιστορικά πρωτοφανή εβδομηκονταετή περίοδο ειρήνης και ευημερίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Το περιοδικό, το οποίο απηχεί τις απόψεις του Σίτι και δημοσιεύει όλα τα άρθρα του ανυπόγραφα (φημολογείται ότι οι συνεργάτες του είναι επιφανείς παράγοντες της διεθνούς οικονομικής ζωής, ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Εντι Τζορτζ ήταν ένας εξ αυτών), θεωρεί ότι είναι ώρα να ξανάρθουν στη… μόδα οι οικονομικές ιδέες που έβγαλαν την παγκόσμια οικονομία από τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930. Εχει τη σημασία της η πρόταση του συστημικού «Economist», στο μέτρο που δεν εντοπίζει το πρόβλημα στον γιαλό, αλλά στην πορεία των αρμενιστών.
-Καψύλης Αλέξανδρος

4.
«Ξαναγίναμε όλοι κεϊνσιανιστές τώρα»…
Οι δημόσιες επενδύσεις επιστρέφουν στη μόδα, οι αρετές της λιτότητας ξεθωριάζουν

Σελ.1Σελ.2Σελ.3-Σελ.4-Σελ.5Σελ.6

Ανακληθείσα εξ… αποστρατείας στην ενεργό δράση είναι και η τέταρτη μεγάλη ιδέα που μνημονεύει ο «Economist». Είναι η ιδέα της τόνωσης της αναπτυξιακής διαδικασίας και εξόδου από την ύφεση μέσω των δημοσίων επενδύσεων. Και για τη λειτουργία των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών – των «εργαλείων» εκείνων δηλαδή που δείχνουν πόσο επηρεάζεται το ΑΕΠ από την αυξομείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Το ζήτημα των πολλαπλασιαστών, που στην Ελλάδα ήλθε με τραγικό τρόπο στο προσκήνιο όταν το ΔΝΤ παραδέχθηκε ότι τους είχε υποτιμήσει, αποτελεί κομβικό στοιχείο της μακροοικονομικής ανάλυσης του Τζον Μέιναρντ Κέινς.
Πρόκειται για τον διάσημο βρετανό οικονομολόγο που συνεισέφερε τα μάλα για την υπέρβαση της Μεγάλης Υφεσης του 1930 και για τη μεταπολεμική οικονομική ευημερία της Δύσης. Οι ιδέες του, όμως, ξεπεράστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις θεωρίες του οικονομικού φιλελευθερισμού που εφάρμοσαν πρώτοι ο Ρόναλντ Ρίγκαν στις ΗΠΑ και η Μάργκαρετ Θάτσερ στη Βρετανία. Και… «επανήλθαν στη μόδα μετά την πρόσφατη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση», όπως γράφει ο «Economist». Λες και δεν υπάρχει εξελικτική διαδικασία στην οικονομική επιστήμη και πρακτική. Λες και ο κόσμος έχει μνήμη χρυσόψαρου.

«Στο απόγειο της κρίσης του ευρώ οι αποδόσεις των ομολόγων ορισμένων χωρών της Νότιας Ευρώπης εκτινάχθηκαν στα ύψη και η χρεοκοπία καραδοκούσε. Τότε η Ευρωτράπεζα και οι πλουσιότεροι εταίροι των χωρών αυτών αποφάσισαν να διασώσουν τις χώρες αυτές. Και τις διέσωσαν, υπό την αίρεση όμως ότι θα εξυγιάνουν τα δημοσιονομικά τους και θα περιορίσουν τα χρέη τους. Γι’ αυτό και τους επέβαλαν μέτρα λιτότητας. Κάποιοι οικονομολόγοι θεώρησαν ως αναγκαίο κακό τα μέτρα αυτά. Αλλοι τα θεώρησαν αντιπαραγωγικά και καταστρεπτικά της ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι θα κάνουν τους φτωχούς φτωχότερους και περισσότερο χρεωμένους από πριν»
γράφει το βρετανικό περιοδικό.
Η παραδοχή από το ΔΝΤ το 2013 ότι υποεκτίμησε τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές (η χώρα στην οποία σημειώθηκε το λαθάκι δεν αναφέρεται στην ανάλυση του περιοδικού), «έφερε ξανά στη μόδα» τη θεωρία του Κέινς. Η ιδέα του πολλαπλασιαστή προέκυψε τα χρόνια της Μεγάλης Υφεσης. Τη δεκαετία του 1920 ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε εκτινάξει στα ύψη τις τιμές στη Βρετανία, ενώ είχε πλήξει την ισοτιμία της στερλίνας. Προτεραιότητα της κυβέρνησης του Λονδίνου ήταν να αποκαταστήσει την αξία της στερλίνας στα προπολεμικά επίπεδα. Η σφιχτή νομισματική πολιτική που ακολούθησε για τον σκοπό αυτόν η Τράπεζα της Αγγλίας βύθισε τη βρετανική οικονομία στον αποπληθωρισμό και την ύφεση και τους Βρετανούς στην ανεργία και τη φτώχεια.
Ρηξικέλευθη μελέτη
Κάποιοι πρότειναν στην κυβέρνηση να κάνει δημόσιες επενδύσεις για να δώσει δουλειά σε ανέργους και να αυξήσει την αγοραστική δύναμή τους. Η κυβέρνηση του Λονδίνου απέκλεισε τη χρηματοδότηση επενδύσεων με δημόσιο δανεισμό θεωρώντας ότι θα εξασθενούσε τη στερλίνα και θα ευνοούσε κάποιους κλάδους, την οδοποιία φέρ’ ειπείν, έναντι άλλων. Το 1931 ο βαρόνος Καν, ένας βρετανός οικονομολόγος, δημοσίευσε μια ρηξικέλευθη μελέτη όπου υποστήριζε ότι η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, πέρα από την άμεση τόνωση της αγοραστικής δύναμης σε όσους προσλαμβάνονταν, θα είχαν και έμμεσες ευεργετικές επιπτώσεις.
Αυτό επειδή οι νεοπροσληφθέντες εργάτες της οδοποιίας αν αύξαναν τις δαπάνες τους θα τόνωναν τη ζήτηση για διάφορα προϊόντα που για να παραχθούν θα έπρεπε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας σε άλλους παραγωγικούς κλάδους. Στα επενδεδυμένα κεφάλαια για δημόσια έργα λειτουργούν πολλαπλασιαστές ανάπτυξης δηλαδή. Ο Κέινς στο μνημιώδες έργο του «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος»εξελίσσει, αναλύει και θεωρητικοποιεί την ιδέα του βαρόνου Καν και κυρίως εξηγεί πώς λειτουργούν οι πολλαπλασιαστές.
Τη δεκαετία του 1960 η μακροοικονομική θεωρία του Κέινς ήταν κυρίαρχη. «Είμαστε όλοι κεϊνσιανιστές τώρα» είχε διακηρύξει το 1965 σε άρθρο του στο περιοδικό «TIME» ο Μίλτον Φρίντμαν. Πρόκειται για τον οικονομολόγο που συνέδεσε τους ανοδικούς και καθοδικούς κύκλους της οικονομίας με την προσφορά χρήματος, καταργώντας την κυριαρχία των ιδεών του Κέινς. Ο Φρίντμαν αποκήρυξε τους πολλαπλασιαστές του Κέινς. Δεν χρειάζονταν, αντέτεινε, για να κρατούν την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης. Αρκεί να υπάρχει σταθερή προσφορά χρήματος, υποστήριξε εισαγάγοντας στις ζωές των ανθρώπων τη μονεταριστική αντίληψη περί οικονομικής διακυβέρνησης.
Πάμε σαν άλλοτε
Η περιβόητη Σχολή του Σικάγου ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει τις ιδέες του οικονομικού φιλελευθερισμού, οι Ρίγκαν – Θάτσερ ανέλαβαν να τις εφαρμόσουν και να τις μετατρέψουν σε νέα οικονομική ορθοδοξία. Οι μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες της Δύσης κατελήφθησαν από πληθωρισμοφοβία – διαρκής είναι η ταλαιπωρία της ΕΚΤ από αυτή λόγω των φαντασμάτων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που εξακολουθούν να κατατρέχουν τη γερμανική Καγκελαρία. «Αλλά τα μηδενικά επιτόκια δεν αρκούν για να τονώσουν την ανάπτυξη, όπως στην Ιαπωνία που από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 πασχίζει να βγει από το τέλμα της ύφεσης και του αποπληθωρισμού. Κάποιες κυβερνήσεις εφάρμοσαν πακέτα δημοσίων επενδύσεων για να ξεπεράσουν την κρίση του 2008. Και τα κατάφεραν αρκετά καλά, όπως η κυβέρνηση Ομπάμα που δαπάνησε 800 δισ. δολάρια για τον σκοπό αυτό» γράφει ο «Economist».
Ετσι, «ενώ αρκετοί πολιτικοί παραμένουν προσκολλημένοι στην ιδέα της δημοσιονομικής προσαρμογής, πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν τώρα ότι μια από τις σπουδαιότερες αιτίες των αποτυχημένων προσπαθειών ανάκαμψης κάποιων οικονομιών από την κρίση είναι οι ανεπαρκείς δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις. Υποστηρίζουν ότι η οικονομική λιτότητα αναστέλλει τις προοπτικές ανάκαμψης των οικονομιών και εκτινάσσει το δημόσιο χρέος σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που θα έφθανε αν εφαρμόζονταν ενθουσιωδώς πολιτικές οικονομικής επέκτασης για την τόνωση της ανάπτυξης». Συστημένη η αφιέρωση του «Economist» στους ιδεοληπτικούς μιας ξεπερασμένης μόδας.
  1. Η ασυμμετρία της πληροφόρησης επιβάλλει την αδρή αμοιβή των εργαζομένων

  2. Η ανάπτυξη φέρνει ύφεση και αντιστρόφως
    Η θεωρία των οικονομικών κύκλων και η αυταπάτη της «αειφόρου ανάπτυξης»

  3. Η απελευθέρωση του εμπορίου απαιτεί προστασία των εργαζομένων

  4. Ξαναγίναμε όλοι κεϊνσιανιστές τώρα

  5. Οι άνθρωποι μαθαίνουν, οι τράπεζες όχι

  6. Γιατί είναι αδιέξοδη η πολιτική πλεονασμάτων του Βερολίνου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s