Καί τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ…

vladimir-kush.

Καί τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ…

Καί τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ, πού φλυαρείς έμπρός μου,

άν μέ τά ζώα τά λοιπά παραβληθείς του κόσμου ;

Έχεις τήν χαίτη λιονταριού καί τό κεντρί τής σφήκας ;

Έχεις πτερά τού παγονιού καί τής στρουθοκαμήλου,

ή του προβάτου τό μαλλί, τό γάλα τής κατσίκας,

τά δόντια τού έλέφαντος, τό στόμα κροκοδείλου ;

Έχεις τό χιλιμίντρισμα έκείνο τής φοράδας ;

Έχεις λαγού περπατησιά καί κάβουρα ποδάρια,

ή τού ξιφία τήν ουρά, ή κάν τής σουσουράδας,

ή κάν τής πίννας τό φαγί καί τά μαργαριτάρια ;

Έχεις άφτιά τού γαϊδουριού, τίς κουκουβάγιας μάτι,

ή τής χελώνας τό καυκί καί τζίτζικα λαρύγγι,

κι οπόταν θέλεις ήμπορείς, βρέ άνθρωπε σακάτη,

νά βγάλεις άπό μέσα σου ίπποποτάμου ξύγγι;

Μπορείς νά πέσεις στό νερό άπό ψηλά σάν γλάρος

καί τό μακρύ τό ράμφος σου μαρίδες νά ρουφήσει;

Μπορείς καί σύ ν’ άλατισθείς καθώς ό μπακαλιάρος

κι άπό τ’ άλάτι τό πολύ νά γίνεις στοκοφίσι:

Μπορείς σκουλήκι έν ταυτώ καί πεταλούδα νάσαι

κι άπό τό σάλιο σου νά βγει μεταξωτή λουρίδα,

ή, όπερ σπουδαιότερον, μπορείς ν’ άποκοιμάσαι

μ’ ένα ποδάρι κρεμαστός καθώς τή νυχτερίδα;

Μπορείς νά ζείς χωρίς βρακιά, παπούτσια καί φωκόλα,

ή τρία κάν πηδήματα νά κάνεις σά ζαρκάδι ;

Μπορεί άπό τά σπλάχνα σου νά έβγει καμιά κόλλα,

χαβιάρι, αύγοτάραχο ή τής μουρούνας λάδι;

Μπορεί άπό τό δέρμα σου νά δούμε μιά διφθέρα,

σαμούρια, γούνες, στρώματα, παπλώματα, καπότες ;

Μπορείς καθώς τόν κόκκορα μονάχα σέ μιά μέρα

να χωρατεύεις μ’ έκατό τριάντα πέντε κόττες ;

Μπορείς καί σύ νά χώνεσαι στίς τρύπες σάν ποντίκι,

ή νά πετάς σάν κότσυφας, σάν σπίνος, σάν ορτύκι;

Μπορείς ποτέ τά όσα τρως, βρέ άνθρωπε τεμπέλη,

νά τά μασάς σάν μέλισσα καί νά τά βγάζεις μέλι:

Ου! νά χαθείς κηφηναριό!.. Στών μελισσών τό σμήνος

έσύ ζηλεύεις μοναχά τήν θέσιν του κηφήνος,

και θέλεις πάντα χάρισμα νά τρώεις στήν κυψέλην,

όπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Μέ όλη τήν σοφίαν σου, τήν τόσον πνευματώδη,

δέν ήμπορείς στά σύννεφα και μιά φωλιά νά κτίσεις,

μηδέ νά βγάλεις κέρατα σάν τράγος ή σάν βόδι,

καί μοναχά ώς σύζυγος μπορεί νά τ’ άποκτήσεις.

Ό,τι μικρόν καί άφανές ή πτέρνα σου πατεί

γελά μέ τά καμώματα τής λογικής άγέλης,

κι άν πείς κ’ εις  ένα μύρμηκα στόν κόσμον τί ζητεί,

θά σ’ άπαντήσει αύθαδώς: «-Άμέ καί σύ τί θέλεις;»

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθησε μιά μέρα

σ’ ένός βοδιού τό κέρατο κ’ έσφύριζ’ εκεί πέρα

κ’ είπε τό βόδι μέ ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα:

«-Καί όταν ήλθες κ’ έφυγες χαμπάρι δέν σέ πήρα.»

Άν ήμπορείς, βρέ άνθρωπε, πές του καί σύ αυτά,

όταν στ’ άφτιά σου νηστικό σφυρίζοντας πετά

μέ σφύριγμα καί δάγκωμα κακά σέ ξημερώνει,

άν δέν σκεφθείς δελτάριον ν’ άνάψεις Ζαμπιρόνι.

Βλέπεις αύτόν τόν μπούρμπουλα, τόν άφανή στό χώμα,

πού μέ τά πόδια του κυλά τήν μιά καί άλλη βρόμα ;

Μεγάλης έτυχε ποτέ στήν Αίγυπτον λατρείας,

ώς του Ήλίου σύμβολον, δυνάμεως κι άνδρείας.

Καί ύστερα κορδώνεσαι καί θεωρείς ώς δώρον

Και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης,

Συ, του Δαρβίνου η μαϊμού, συ δίπουν μαστοφόρον,

Συ, άνθρωπε θαυμάσιε, που κακό ψόφο νάχεις!

 Γ. Σουρή !

Αφιερωμένο σε Γιωργάκηδες, Βενιζέλους, Παπακων/νου, Στουρνάρηδες και λοιπούς της ίδιας μνημονιακής πολιτικής νοοτροπίας της

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s