Μνήμες από την «υπόθεση της Κτηματικής» και μια Ελλάδα που σήμερα ξαναζεί μέρες Ιουνίου 1989 του ‏@apostolosz

Γράφει ο Αποστόλης Ζουπανιώτης

Νέα Υόρκη.

Πριν 24 χρόνια στις 21 Ιουνίου 1989, με συντονισμένη επιχείρηση οι αμερικανικές ομοσπονδιακές αρχές έκλεισαν όλα τα γραφεία αντιπροσωπείας της Κτηματικής Τράπεζας Ελλάδας (θυγατρικής της Εθνικής) συλλαμβάνοντας τους υπαλλήλους και κατάσχοντας όλα τα έγγραφα που υπήρχαν, με βαριές κατηγορίες προς την τράπεζα, τα τοπικά στελέχη και τους υπαλλήλους της, για ξέπλυμα χρημάτων ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ηταν ένα τεράστιο για την εποχή του θέμα, ένα μόλις χρόνο μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά και της Τράπεζα Κρήτης που δηλητηρίασε τις σχέσεις Ελλάδας – Ομογένειας και μέχρι σήμερα δεν έχει ξεχαστεί. Σίγουρα η «Υπόθεση Ζορμπάς» – όπως ήταν το κωδικό όνομα που της έδωσαν οι αρχές – δεν έχει ξεχαστεί για μένα, έναν απλό υπάλληλο, που οδηγήθηκε με χειροπέδες στα δικαστήρια και ταλαιπωρήθηκε δικαστικά για ένα χρόνο.

Και δεν είναι τόσο η επέτειος που με κάνει να γράψω σήμερα, όσο το πολιτικό κλίμα που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα και που ελάχιστα διαφέρει από αυτό του καλοκαιριού του 1989. Κι ήταν αυτό το κλίμα αστάθειας κι ακυβερνησίας, μαζί με κάποιους αδίστακτους πολιτικούς που μετέτρεψαν μία πολύ μεγάλη τραπεζική παρατυπία (χωρίς όμως να υπάρχει εμπλοκή χρήματος από παράνομες δραστηριότητες) σε πραγματικό θρίλερ.

Ας δώσουμε όμως κάποια στοιχεία για την υπόθεση. Η Κτηματική έκανε έρευνα αγοράς το 1981 στις ΗΠΑ και είδε ότι υπάρχουν πολλοί ομογενείς πρόθυμοι να καταθέσουν μέσω της τραπέζης χρήματα στην Ελλάδα. Καθώς μάλιστα πολλοί ενδιαφερόντουσαν να χτίσουν σπίτια, να αξιοποιήσουν ακίνητα για ξενοδοχεία κ.α. μέσω αναπτυξιακών νόμων, το δέλεαρ της κατάθεσης που θα έδινε δικαιώματα δανείου ήταν σημαντικό. Πέραν τούτου, η εμπιστευτικότητα (μυστικότητα καλύτερα) του ελληνικού τραπεζικού συστήματος επέτρεπε σ’ όσους ήθελαν να κρύψουν χρήματα από την αμερικανική εφορία να τα στέλνουν στην Ελλάδα. Η νομική γνωμάτευση που έλαβε η τράπεζα το 1981 από γνωστό οίκο, επέτρεπε τη λειτουργία γραφείων αντιπροσωπείας που δεν μπορούσαν να ανοίγουν καταθέσεις, μπορούσαν όμως να διευκολύνουν τους πελάτες για την αποστολή εμβασμάτων στην Ελλάδα.

Η Κτηματική ξεκίνησε ένα χρόνο αργότερα τις εργασίες της, τα γραφεία αντιπροσωπείας κι οι καταθέσεις των ομογενών πολλαπλασιάστηκαν κι όλα κυλούσαν σε κλίμα ευφορίας για την τράπεζα, τα στελέχη της, αλλά και την Ελλάδα, που διψούσε για συνάλλαγμα. Το 1986 η αμερικανική νομοθεσία άλλαξε, για την αντιμετώπιση ξεπλύματος χρημάτων από τα καρτέλ ναρκωτικών, που έκαναν αμερικανικές τράπεζες. Δηλαδή δεν μπορούσες να διευκολύνεις πελάτη να μετατρέψει μετρητά σε επιταγή, ακόμη κι αν το ποσό ήταν κάτω των 10.000, που δεν είναι κανείς μέχρι σήμερα υποχρεωμένος να δηλώσει. Αυτό ωστόσο δεν το πήραν είδηση, ούτε τα εδώ στελέχη της Κτηματικής, που συνέχιζαν μετ’ επιτάσεως το έργο τους και την προβολή των «αφορολογήτων καταθέσεων στην Ελλάδα» των εγγυημένων «ομολόγων της Κτηματικής» με επιτόκιο περί τα 20% (σε 4 χρόνια διπλασίαζε κανείς τα χρήματά του) και τα επιδοτούμενα για καταθέτες της στεγαστικά δάνεια.

Για να συντομεύσουμε την ιστορία, μία μεγάλη κλοπή από γραμματέα της τράπεζας, η οποία στη συνέχεια συνεργάστηκε με τις αμερικανικές αρχές, άνοιξε το «κουτί της Πανδώρας».

Κι ενώ η διοίκηση της Κτηματικής κι οι εδώ δικηγόροι της ανέμεναν ότι σύντομα το θέμα θα διευθετείτο χωρίς εμπλοκή υπαλλήλων που δεν είχαν ευθύνη, για 10 περίπου μέρες από το κλείσιμο τις τράπεζας ο αθηναϊκός τύπος βομβαρδιζόταν με δημοσιεύματα περί «μιζαδόρων υπαλλήλων», «διεφθαρμένων πρασινοφρουρών» (το αστείο είναι ότι μόνο 2-3 ήταν φίλοι του ΠΑΣΟΚ), «καταθέσεις της οικογένειας Παπανδρέου» κλπ.. Τα οποία, σε συνδυασμό από τη μη κινητικότητα εκ μέρους της Αθήνας, έκαναν τις ομοσπονδιακές αρχές να σκληρύνουν τη στάση τους. (Αυτά μου ήλθαν στο μυαλό την περασμένη εβδομάδα που άκουγα τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και στελέχη της ΝΔ να παρουσιάζουν την ΕΡΤ ως αμαρτωλό άντρο διαφθοράς. Ελεγαν οι «προαγωγοί» «πόρνη» την «κοπέλα που έβγαλαν στο κλαρί», μεταφορικά μιλώντας.

Στην Αθήνα καταβάλλονταν τον Ιούνιο του 1989 προσπάθειες για σχηματισμό κυβέρνησης κι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης προσπαθούσε να πείσει Φλωράκη και Κύρκο να συνεργαστούν μαζί του, για να παραπεμφθεί σε δίκη ο Παπανδρέου. Χάρη στις γνωριμίες του καλού φίλου Χρύσανθου Λαζαρίδη (τότε αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Πρωϊνή» και μετά διευθυντή μου στην εφημερίδα) κατόρθωσα να επικοινωνήσω με το Λεωνίδα Κύρκο και το Χαρίλαο Φλωράκη. Οι οποίοι επιβεβαίωσαν τους φόβους όλων μας: ότι η διαρροή όλων αυτών των «πληροφοριών» ήταν από τον Μητσοτάκη, για να τους πείσει ότι η Κτηματική ήταν ακόμη ένα μεγάλο σκάνδαλο του Ανδρέα Παπανδρέου. Η συμφωνία όμως για την κυβέρνηση Ζολώτα είχε ήδη κλείσει.

Οπωσδήποτε στο διάστημα που ακολούθησε, η αλήθεια βγήκε για το τι πραγματικά συνέβαινε. Ένα «εθνικό – δικομματικό σκάνδαλο» από μία χώρα που έψαχνε εναγωνίως να κλείσει τις μαύρες τρύπες της, με το συνάλλαγμα των ελλήνων μεταναστών της Αμερικής. Καθώς όλα τα έγγραφα κατασχέθηκαν (αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμών. αντίγραφα επιταγών) πολλοί καταθέτες με ποσά άνω των 40 – 50.000 δολαρίων πλήρωσαν πρόστιμα. Κάποιοι με πολύ μεγάλα ποσά (γιατί έχτιζαν σπίτια, ή ξενοδοχεία) ακόμη βαρύτερα. Οι υπάλληλοι ταλαιπωρήθηκαν για περισσότερο από ένα χρόνο, μέχρις ότου πείσουν τις αρχές πως δεν υπάρχει περίπτωση να δώσουν πληροφορίες για καταθέτες, αφού η ελληνική νομοθεσία ήταν ιδιαίτερα αυστηρή.

Τα ηθικά διδάγματα είναι πολλά και για όλους.

Για την Ελλάδα ότι η πατρίδα μας σε περιόδους ακυβερνησίας είναι απολύτως ευάλωτη σε κάθε κίνδυνο και είναι αδύνατον να τον αντιμετωπίσει. Αφήστε που οι πολιτικοί της για να χτυπήσουν τους αντιπάλους της είναι ικανοί να φουσκώσουν ένα πρόβλημα, χωρίς να νοιαστούν ποιος θα «πληρώσει το μάρμαρο». Και βέβαια ουδέποτε ξέχασα τι εστί Μητσοτάκης.

Για την Ομογένεια, παγιοποίησε τη δυσπιστία προς τη γενέτειρα, η οποία χειρίστηκε την όλη υπόθεση εντελώς ανεύθυνα. Σίγουρα ο κάθε ομογενής, που είναι και πολίτης των ΗΠΑ, γνωρίζει επακριβώς τις ευθύνες του έναντι της εφορίας και του νόμου. Όμως η έκφραση «αφορολόγητες καταθέσεις» ήταν παραπλανητική. Το χειρότερο ευτυχώς δεν συνέβη. Και το αντιλήφθηκα προσωπικά πρόσφατα, με την μεγάλη κρίση. Τι θα γινόντουσαν οι οικονομίες των ομογενών που είχαν επενδυθεί σε «εγγυημένα ομόλογα», αν συνέβαινε ένα «κούρεμα» σαν αυτό του 2010; Δισεκατομμύρια θα εξανεμίζονταν. Και δυστυχώς, η εντύπωση που υπήρχε σ’ όλα τα στελέχη και τους υπαλλήλους και μεταφέρονταν στους καταθέτες ήταν της πλήρους και απεριόριστης εγγύησης από το κράτος.

Για μένα προσωπικά το ηθικό δίδαγμα ήταν, όχι απλά να προσέχω τα ψιλά γράμματα, αλλά και να μη διστάζω να τα αμφισβητώ. Ποτέ δεν συγχώρεσα στον εαυτό μου ότι αποδέχθηκα εύκολα τη νομική γνωμάτευση του 1981, χωρίς να το ψάξω περισσότερο. Γιατί θα έβλεπα ότι ο νόμος άλλαξε το 1986.

Καθώς αμέσως μετά το 1989 άρχισα να εργάζομαι αποκλειστικά ως δημοσιογράφος, η δυσπιστία προς τα παχιά λόγια επίσημων κρατικών και δημοσίων λειτουργών με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Ιδίως σε ό,τι σχετίζεται με τις σχέσεις Ελλάδας – Ομογένειας. Αλλά κι η ευαισθησία ως προς τι μεταδίδεται και για ποιες σκοπιμότητες. Κι επειδή όσο διαρκούσε η υπόθεση έγραψα με ψευδώνυμο ουκ ολίγα άρθρα για την υπόθεση, χωρίς να χαριστώ και στις όποιες ευθύνες των υπαλλήλων (κι εμού), αρκετές είναι οι φορές όταν μου ζητείται «να κλείσω τα μάτια» που απαντώ «εγώ δεν χαρίστηκα ούτε στον εαυτό μου».

Αντί επιλόγου, να λύσω την απορία, τι έγινε η υπόθεση στην Ελλάδα, η οποία κατέβαλε βαριά πρόστιμα στις αμερικανικές αρχές. Κάποια στιγμή (νομίζω το 1993) πληροφορήθηκα τυχαία ότι έχει ανοίξει υπόθεση ο ανακριτής και καλεί σε κατάθεση πρώην υπαλλήλων (από την Αμερικής) και μέλη της πρώην διοίκησης.

Επικοινώνησα μαζί του και στις αρχές του 1994 πήγα και κατέθεσα. Μόνος μου, χωρίς δικηγόρο. Του έδωσα ένα πεντασέλιδο χειρόγραφο κείμενο κι είχα και μια τσάντα έγγραφα, τα οποία όταν άκουσε την απολογία μου, είπε, αφού τα λες όλα δεν χρειάζεται. Αν πάει σε δίκη η υπόθεση, τα παρουσιάζεις. Εφυγα άνευ εγγυήσεως (οι υπόλοιποι με 5 εκατ. έκαστος) κι η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. Εν μέρει επειδή ο διοικητής της τράπεζας, Γιώργος Ανωμερίτης έγινε βουλευτής και υπουργός, αλλά κυρίως γιατί δεν μπορείς να δικάσεις μία ολόκληρη πολιτική ηγεσία επειδή χωρίς να υπολογίσει κινδύνους, ξεκίνησε ένα εγχείρημα «συναλλαγματικής ενέσεως» της ελληνικής οικονομίας. Κι αν συνέβαινε αυτό, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου για αγωγές εκ μέρους των υπαλλήλων.

Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά η όλη υπόθεση έχει παραγραφεί (20 χρόνια είναι το μάξιμουμ για εγκλήματα που επέσυραν θανατική καταδίκη, όταν ίσχυε) και ποτέ δεν είχε την ευκαιρία ο κόσμος να μάθει πόσο εγκληματικά ηλίθιοι είναι άτομα στα οποία εμπιστεύεται ο λαός υψηλές θέσεις ευθύνης. Κάθε 1-2 χρόνια, όλο και κάποιος καλοθελητής, ή ανταγωνιστής, ή απλά πολιτικός αντίπαλος κι εμπαθής θα μου θυμίσει την υπόθεση, μιλώντας για «λαμόγια». «καταδότες» κι ότι άλλο του κατέβει. Ιδίως όταν στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δουλειάς μου γίνομαι «ενοχλητικός». Και γελώ θλιμμένα όταν θυμάμαι πως στις 2,5 μέρες που δούλευα σερβιτόρος σε εστιατόριο, έκανα περισσότερα χρήματα απ’ ότι στις 5,5 μέρες στην τράπεζα (1,700 δολάρια μικτά). Χαίρομαι επίσης όταν βλέπω πως όλοι οι απλοί υπάλληλοι της Κτηματικής, πρόκοψαν κι έφτιαξαν σημαντικές καριέρες, βγάζοντας με αξιοπρέπεια κι εντιμότητα το ψωμί τους κι αφήνοντας για πάντα πίσω τους τη θλιβερή αυτή «περιπέτεια» από την εργοδότησή τους σε κρατική ελληνική τράπεζα. Ενας έγινε βουλευτής και υπουργός, ένας πρύτανης, 1-2 ακαδημαϊκοί, αρκετοί ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων κλπ. Αυτά όμως είναι άλλη ιστορία.

5 thoughts

  1. Η υπόθεση προκάλεσε φυσικά και διπλωματικό αντίκτυπο στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Όπως δήλωσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ύστερα από ερώτηση Βουλευτών του ΛΑΟΣ, η υπόθεση γνωστοποιήθηκε στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απηύθυνε και ο Ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιώργος Κουμουτσάκος κάνοντας διεθνώς γνωστή την υπόθεση Ντίσιου.

    Μου αρέσει!

  2. Η υπόθεση προκάλεσε φυσικά και διπλωματικό αντίκτυπο στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Όπως δήλωσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ύστερα από ερώτηση Βουλευτών του ΛΑΟΣ, η υπόθεση γνωστοποιήθηκε στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απηύθυνε και ο Ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιώργος Κουμουτσάκος κάνοντας διεθνώς γνωστή την υπόθεση Ντίσιου.

    Μου αρέσει!

  3. Καθώς αμέσως μετά το 1989 άρχισα να εργάζομαι αποκλειστικά ως δημοσιογράφος, η δυσπιστία προς τα παχιά λόγια επίσημων κρατικών και δημοσίων λειτουργών με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Ιδίως σε ό,τι σχετίζεται με τις σχέσεις Ελλάδας – Ομογένειας. Αλλά κι η ευαισθησία ως προς τι μεταδίδεται και για ποιες σκοπιμότητες. Κι επειδή όσο διαρκούσε η υπόθεση έγραψα με ψευδώνυμο ουκ ολίγα άρθρα για την υπόθεση, χωρίς να χαριστώ και στις όποιες ευθύνες των υπαλλήλων (κι εμού), αρκετές είναι οι φορές όταν μου ζητείται «να κλείσω τα μάτια» που απαντώ «εγώ δεν χαρίστηκα ούτε στον εαυτό μου».

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.